Οι χειμώνες του ελληνικού καλοκαιριού

Οι χειμώνες του ελληνικού καλοκαιριού

3' 12" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Με τι µοιάζουν οι «απόλυτοι» καλοκαιρινοί προορισμοί τους χειμερινούς μήνες; Με έρημο, μισοκατεστραμμένο σκηνικό ταινίας; Με σπίτι, την επομένη ενός ξέφρενου πάρτι; Αυτή την εποχή που η τουριστική κίνηση είναι μάλλον ναρκωμένη, η σκέψη οδηγείται στους μήνες της μεγάλης αιχμής, όχι μόνο γιατί δύο ταινίες προσφέρονται για γόνιμο προβληματισμό αλλά και γιατί τα αδιέξοδα της υπερεκμετάλλευσης είναι πλέον ορατά μαζί και οι συνέπειές της.

Παράλληλα σχεδόν, στο ίδιο μέρος, στον Δήμο Χερσονήσου, στην Κρήτη, γυρίστηκαν οι δύο πολυβραβευμένες παραγωγές. Η μία, ελληνική, το «Animal» της Σοφίας Εξάρχου (που προβάλλεται αυτό το διάστημα στις αίθουσες), τιμήθηκε με τον Χρυσό Αλέξανδρο του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης· η άλλη, βρετανική, «How to have sex» της Μόλι Μάνινγκ Γουόκερ διακρίθηκε στις Κάννες και είναι υποψήφια για τέσσερα BAFTA (ένα αφορά και στον Ελληνα συμπαραγωγό, Κ. Κοντοβράκη, της Heretic).

Η καθεμιά έχει το δικό της, ειδικό, βάρος και πραγματεύεται διαφορετικό θέμα, όμως εάν τις τοποθετήσει κανείς δίπλα δίπλα, αναδίνουν μια συγγενή ατμόσφαιρα και οπωσδήποτε «μυρωδιά».

Καυτό ελληνικό καλοκαίρι στα Μάλια για τρεις 16χρονες Αγγλίδες, που έρχονται με μόνο στόχο να παρτάρουν, να πιουν μέχρι λιποθυμίας και να κάνουν όσο περισσότερο σεξ μπορούν. Στο «Animal» αντίθετα, δεν είναι οι μετ-εφηβικές, μεταιχμιακές διακοπές του «How to have sex», αλλά μια ομάδα ανιματέρ, που αναλαμβάνουν κάθε βράδυ να διασκεδάσουν, με σόου τους, μάλλον μεσήλικες, τουρίστες ενός all-inclusive ξενοδοχείου.

Ολοι, όμως, λες και, υπόγεια, επικοινωνούν, «συναντιούνται», όχι μόνο στους δρόμους στα Μάλια, αλλά και στην υπερκατανάλωση αλκοόλ, σε χορό, είτε με υστερικό πάθος είτε με επαγγελματισμό, στο φτηνό ντύσιμο. Γεύση από το ίδιο, νοθευμένο, αλκοόλ, και από μπλουζάκια ή κολάν από λίκρα… Ναρκώνονται ή οξύνονται οι αισθήσεις, το αποτέλεσμα δεν διαφέρει: το «κέφι» έχει προδιαγραφές. Το «πηγαίο» υπόκειται σε νόρμες και ρουτίνες. Η επανάληψη δεν εκπέμπει τίποτα ηδονικό ή οργασμικό.

Περισσότερο «μάχες» θυμίζουν αυτές οι, αγωνιώδεις και απελπισμένες, διακοπές. Μια γκρίζα ζώνη που ούτε τα εφηβικά ξεφωνητά ούτε οι all-inclusive υπηρεσίες την απογειώνουν.

«Μια πολύχρωμη καλοκαιρινή δυστοπία», διηγείται συντελεστής, παρών στα γυρίσματα. Το φθινόπωρο σιγά σιγά τα μαγαζιά κλείνουν, οι δρόμοι ερημώνουν, τα αγροτικά τρακτέρ αντικαθιστούν τις γουρούνες. Η μετάβαση συντελείται σταδιακά. Κάποιοι από τους θερινούς, εποχικούς, επιχειρηματίες επιστρέφουν σε αγροτικές εργασίες.

Περισσότερο «μάχες» θυμίζουν αυτά τα, αγωνιώδη και απελπισμένα, καλοκαίρια. Ενα διαρκές, άγριο, ξόδεμα, στο οποίο η επιβίωση, ενώ μοιάζει να είναι η κύρια έγνοια, καταλήγει να είναι ένας σκοπός αδύναμος και ξένος.

Το «live your myth in Greece» ηχεί σχεδόν σαρκαστικά. Πρόκειται, προφανώς, για ταινίες μυθοπλασίας, όχι για ντοκιμαντέρ. Το υπόβαθρό τους όμως, το ελληνικό καλοκαίρι, είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο υφαίνονται διαφορετικές ιστορίες, που απέχουν από το να είναι ειδυλλιακές. Τίποτα δεν είναι ακριβώς αρνητικό αλλά και τίποτα ακριβώς επιθυμητό. Μια γκρίζα ζώνη που ούτε τα εφηβικά ξεφωνητά ούτε οι all-inclusive υπηρεσίες την απογειώνουν. Κάτι που παρακμάζει χωρίς να έχει ακμάσει. Οχι γιατί δεν πρόλαβε αλλά γιατί δεν ήταν στις προδιαγραφές του. Ο μαζικός σχεδιασμός που απευθύνεται στον μαζικό τουρισμό. Δεν είναι μόνο η Ελλάδα στον πυρήνα αυτής της αρχής, αλλά όλοι οι δημοφιλείς προορισμοί, παγκοσμίως, που πάσχουν από τα ίδια προβλήματα και αντιμετωπίζουν τον ίδιο υπερ-κορεσμό.

Ολο και πιο συχνά, άρθρα στον ελληνικό και στον διεθνή Τύπο επισημαίνουν ότι η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει. Εάν δεν μπει φρένο στην ασυγκράτητη ανοικοδόμηση, στην αφόρητη κίνηση, στη συσσώρευση των σκουπιδιών, και, επιπλέον, για τα ελληνικά νησιά, εάν δεν βελτιωθούν οι ανεπαρκέστατες υποδομές (και ύδρευσης και αποχέτευσης), οι επιπτώσεις θα είναι μη αναστρέψιμες.

«Δεν είναι μόνο η επιβάρυνση των τουριστικών προορισμών, είναι και η αλλοίωση και ενδεχόμενη απαξίωση του τουριστικού προϊόντος και επομένως του brand name της χώρας. Εχουμε να κάνουμε με μια κλασική περίπτωση της “τραγωδίας των κοινών”, όπως αποκαλείται η μυωπική υπερεκμετάλλευση των πόρων, που οδηγεί με ακρίβεια στην εξάντλησή τους και την τελική καταστροφή όσων βιοπορίζονται από αυτούς», έγραφε ο Στάθης Καλύβας στην «Κ» (22/8/2022).

Και οι δύο ταινίες αποτυπώνουν, εκούσια ή ακούσια, αυτήν την τυφλή, άπληστη και… ανέμελη πορεία, που δεν έχει καθόλου, μα καθόλου, «happy end».

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή