Μαθήματα από τις ελληνοαλβανικές σχέσεις

Μαθήματα από τις ελληνοαλβανικές σχέσεις

3' 33" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Η παρωδία της δίκης Μπελέρη φέρνει υποχρεωτικώς στην επιφάνεια ένα διαχρονικό χαρακτηριστικό των ελληνοαλβανικών σχέσεων: την ενδημική στασιμότητα και τις κατά καιρούς κρίσεις, παρά την εναλλαγή διαφορετικών κομμάτων και προσώπων στη διακυβέρνηση της γειτονικής μας χώρας. Πού όμως οφείλεται;

Ας ξεκινήσουμε με τη σημασία που δίνουμε στην Αλβανία. Είναι μια μικρή και –παρά τους υψηλούς ρυθμούς αναπτύξεως– φτωχή χώρα. Για προφανείς λόγους δεν της δίνουμε την ίδια προτεραιότητα όπως στην Τουρκία. Στην πραγματικότητα, όμως, η Τουρκία ασκεί μεγάλη επιρροή στην Αλβανία. Είναι μία από τις σταθερές που καθορίζουν αποφασιστικά την αλβανική εξωτερική πολιτική και την αποστασιοποιούν από την Ελλάδα. Επί παραδείγματι, στο σκεπτικό των Αλβανών για την απόρριψη της συμφωνίας θαλάσσιας οριοθετήσεως που υπέγραψαν μαζί μας το 2009, ήταν σαφής η διατύπωση επιχειρημάτων που εκπορεύθηκαν από την Τουρκία. Η Αλβανία θέλει μεγαλύτερη προσοχή από ό,τι θα αναμενόταν για το μέγεθός της, διότι μπορεί να χρησιμοποιήσει τον τουρκικό παράγοντα ως αντίβαρο στις διμερείς σχέσεις μας.

Ας προχωρήσουμε με δύο δόγματα. Οταν δίνεις κάτι στην εξωτερική πολιτική, πρέπει να παίρνεις συγκεκριμένο αντάλλαγμα. Αντιστοίχως, όταν ο εταίρος σου παραβιάζει τις υποχρεώσεις του, πρέπει να έχει συνέπειες, κυρώσεις. Οι συνέπειες πρέπει να είναι θεσμικές και να χαρακτηρίζονται από σταθερότητα, ένταση και διάρκεια. Οι δε λόγοι που επιβάλλονται πρέπει να είναι σαφείς. Επειδή υπάρχει ένα γκρίζο παρελθόν, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι ειδικώς στην περίπτωση της Αλβανίας οι συνέπειες δεν σημαίνουν επιχειρήσεις τύπου «σκούπα» ή μαζικές απελάσεις Αλβανών μεταναστών (που άλλωστε κατά συντριπτική πλειονότητα είναι ενταγμένοι στον κοινωνικό ιστό της Ελλάδας εδώ και δεκαετίες). Η επιθυμία της Αλβανίας να ενταχθεί στην Ε.Ε. μας δίνει τη δυνατότητα οι συνέπειες να είναι πρωτίστως «βρυξελλιώτικες» δηλαδή να αφορούν τις σχέσεις της γειτονικής μας χώρας με την Ε.Ε.

Ας δούμε το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα της ελλείψεως συνεπειών στις ελληνοαλβανικές σχέσεις. Τον Απρίλιο του 2009, η Αλβανία εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ. Παράλληλα, υπέγραψε συμφωνία για την οριοθέτηση των θαλασσιών ζωνών με τη χώρα μας. Ηταν μια συμφωνία-πρότυπο εφαρμογής του Δικαίου της Θάλασσας. Ακολούθως, όμως, η Αλβανία, επικαλούμενη εσωτερικά προβλήματα, υπαναχώρησε. Θα περίμενε κανείς ότι η αλβανική στάση θα είχε συνέπειες. Αντιθέτως, τον Νοέμβριο 2010, η Αλβανία εντάχθηκε στο καθεστώς απαλλαγής από την υποχρέωση προξενικής θεωρήσεως (βίζα) για τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Ηταν ό,τι καλύτερο και απτό από την Ε.Ε. που μπορούσε να προσφέρει η κυβέρνηση των Τιράνων προς τους πολίτες της για τα επόμενα πολλά χρόνια. Λίγο καιρό μετά, η Ελλάδα συμφώνησε και στην απόδοση του καθεστώτος υποψήφιας για ένταξη στην Ε.Ε. χώρας στην Αλβανία. Στις ελληνοαλβανικές σχέσεις δεν κατανοούνται οι κινήσεις καλής θελήσεως. Τρεις μείζονος σημασίας για την Αλβανία εξελίξεις συνυπεγράφησαν από διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις χωρίς να έχει συνέπειες η ενδιάμεση αλβανική υπαναχώρηση από τη συμφωνία για τη θαλάσσια οριοθέτηση. Η εγγενής βαλκανική καχυποψία θεωρεί τέτοιες κινήσεις ως αδυναμία.

Η αλβανική υποψηφιότητα για ένταξη στην Ε.Ε. σχετίζεται με ένα άλλο πρόβλημα: την ύπαρξη δύο μέτρων και σταθμών στην εξωτερική μας πολιτική για ίδια ζητήματα. Οταν ήταν να συμφωνήσουμε στην απόδοση καθεστώτος υποψήφιας χώρας στην Τουρκία, απαιτήσαμε και πέρασε στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ως προαπαιτούμενο για την ενταξιακή διαδικασία (αν και προβληματικά διατυπωμένο) το θέμα της προηγούμενης επιλύσεως «κάθε εκκρεμούς συνοριακής διαφοράς». Με αντίστοιχη λογική κινήθηκε και η Σλοβενία για να αποδεχθεί την ένταξη του «αδελφού» κράτους της Κροατίας στην Ε.Ε. Για την Αλβανία, θέσαμε ως προαπαιτούμενο την προστασία των μειονοτικών δικαιωμάτων και του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Ουδέποτε, όμως, θέσαμε την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών.

Αυτό το παρελθόν εξηγεί για ποιο λόγο ο Αλβανός πρωθυπουργός Εντι Ράμα επέλεξε να συγκρουστεί με την Ελλάδα για τα αυτονόητα: το κράτος δικαίου, τον σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας ενός εκλεγμένου δημάρχου ελληνικής καταγωγής, την αναγνώριση της δημοκρατικής επιλογής του λαού της Χειμάρρας, την εν γένει προστασία των μειονοτικών δικαιωμάτων. Δεν πίστευε –έτσι είχε μάθει– ότι η Ελλάδα θα επέμενε με σταθερότητα στην ικανοποίηση των αυτονόητων. Αυτό συνέβη ακόμη και όταν τον Νοέμβριο 2023 δηλώσαμε γραπτώς στην Ε.Ε. ότι το ζήτημα Μπελέρη θα αποτελέσει προϋπόθεση για την έναρξη ενταξιακών συνομιλιών. Ο Ράμα πίστεψε ότι θα υπαναχωρούσαμε την τελευταία στιγμή. Επί εννέα μήνες που είναι κρατούμενος ο Φρέντι Μπελέρης, ο Ράμα διαψεύδεται επανειλημμένως. Εάν επιμείνει σε αυτή γραμμή, θα διαπιστώσει ότι οι σχέσεις της χώρας του με την Ελλάδα και την Ε.Ε. θα γυρίσουν δεκαετίες πίσω.

*Ο κ. Αγγελος Συρίγος είναι αν. καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, βουλευτής Ν.Δ. στην Α΄ Αθηνών.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή