ΑΠΟΨΕΙΣ

Gadjo Dilo σημαίνει τρελός ξένος

Ονομάζεται Τόνι Γκάτλιφ, γεννήθηκε το 1948 στο Αλγέρι. Είναι
Τσιγγάνος, πολιτογραφημένος εδώ και πολλά χρόνια Γάλλος. Διεθνώς
γνωστός σκηνοθέτης, έχει βραβευτεί στις Κάννες, επισκέφθηκε πριν
από 16 χρόνια το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ταινίες του έχουν προβληθεί
και στην Ελλάδα.

Επιχειρώ ένα συνοπτικό οδοιπορικό της ζωής του, με δανεικά στοιχεία
από συνεντεύξεις του και από δύο συναντήσεις που είχα μαζί του:

Τη δεκαετία του ’60 περιπλανιόταν στους δρόμους του Παρισιού, ένας
«ανεπιθύμητος» Τσιγγάνος που τον πέταγαν έξω από τα μπαρ. Tρύπωνε
στις κινηματογραφικές αίθουσες για να επωφεληθεί από τη ζέστη, να
κοιμηθεί. Kάπως έτσι άρχισε να αποκτά την επαφή του με το σινεμά,
να μαγεύεται από τις εικόνες, να ωριμάζει μέσα του η αγάπη για τον
Zαν Bιγκό, τον Tζον Φορντ, τον Tσάρλι Tσάπλιν… «Oταν άνοιξα τα
μάτια μου στον κόσμο, το πρώτο πράγμα που είδα ήταν ο πόλεμος, η
καταστροφή…». Yστερα ήρθε ο ξεριζωμός, μαζί και η μουσική -χωρίς
την οποία δεν μπορεί να ζήσει, να δημιουργήσει- και η επιθυμία «να
ξετυλίξει στο φιλμ ιστορίες που ήταν θαμμένες στη μνήμη του». Το
2004 βραβευόταν από το Φεστιβάλ των Καννών για τη σκηνοθεσία του
στους «Εξόριστους». Μια ταινία με οργιώδη χρώματα και ήχους, το
φλαμένκο δίνει τον τόνο, περισσότερο χορογραφία αισθημάτων παρά
σχόλιο πάνω στην εξορία και στην αναζήτηση της ταυτότητας. H
τσιγγάνικη ψυχή του Γκάτλιφ κυριαρχεί, σχεδόν πάντα, στη φύση του
σκηνοθέτη.

Mε 16 ταινίες στη φιλμογραφία του, από το 1975, που έκανε το
κινηματογραφικό του ντεμπούτο, μιλάει με πάθος και παραφορά για τον
πόνο του ξεριζωμού, για το βάσανο της φυλής του. Το ελληνικό κοινό
τον γνωρίζει κυρίως από τη μεγάλη του επιτυχία «Gadjo Dilo»
(Yπάρχουν ακόμα γελαστοί Τσιγγάνοι). Gadjo Dilo, στη γλώσσα τους,
σημαίνει τρελός ξένος. Ενας τέτοιος «τρελός» ταξιδιώτης, που φτάνει
σαν εξωγήινος σε έναν τσιγγάνικο καταυλισμό της Ρουμανίας, είναι ο
ήρωας της ταινίας. Στις εικόνες της δεν υπάρχει τίποτα το
ειδυλλιακό και εξωτικό. Oλα είναι αυθεντικά. Το χιόνι στους δρόμους
είναι ένα με τη λάσπη, οι παράγκες είναι ετοιμόρροπες και οι
άνθρωποι φωνακλάδες και εκρηκτικοί, ένα με το ένστικτό τους. Την
ίδια εποχή (1997) η ελληνική τηλεόραση σέρβιρε το τσιγγάνικο
φολκλόρ μαζί με το λάιφ-στάιλ των νεόπλουτων στους «Ψίθυρους
καρδιάς»… «Δεν με ενδιαφέρει να δω τους Τσιγγάνους από
ιδεολογική, πολιτική ή πολιτιστική σκοπιά. Δεν είμαι φιλόσοφος. Δεν
ερμηνεύω τίποτα, μιλώ από ένστικτο για πράγματα που έχω ζήσει»,
λέει ο Γκάτλιφ κρατώντας αποστάσεις ασφαλείας από τους απανταχού
μελετητές.

Στην πραγματικότητα, είναι ένας μεσάζων ανάμεσα στους Τσιγγάνους
και σε μας – τους «γκάτζο».

Το 2010 άκουσε την ομιλία του Σαρκοζί στην Γκρενόμπλ, στην οποία
στοχοποιούσε τους Ρομά. «Πλημμύρισα με οργή. Ηθελα να γυρίσω μια
ταινία σαν να γράφω σε τοίχο, αλλά δεν είχα την παραμικρή ιδέα τι
είδους ταινία». Δύο χρόνια αργότερα γύρισε ένα ντοκιμαντέρ: τους
«Indignados».

Θυμήθηκα τον Τόνι Γκάτλιφ μέσα στον θόρυβο και τη σύγχυση που έχει
προκαλέσει η «υπόθεση της Μαρίας». Γιατί από τη ρομαντική
εξιδανίκευση φτάνουμε στην επιθετική κατάργηση. Γιατί ένας
νομαδικός πληθυσμός δεν αναπτύσσει μόνο μια εξαθλιωμένη πλευρά,
αλλά και ισχυρή παράδοση και πολιτισμό. Και γιατί Ρομά αποκαλούνται
τόσο οι δήθεν γονείς της 6χρονης Μαρίας όσο και ο Τόνι Γκάτλιφ.
«Γκάτζο» μπορεί να είναι ο καθένας μας. Εξαρτάται ποιος τον
κοιτά.