ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα δεκανίκια της δημοτικότητας

Δεν κουράζονται τα γερμανικά -και αρκετά ελληνικά- ΜΜΕ να
ασχολούνται με τις πατερίτσες της κ. Μέρκελ. Οχι με το «μήνυμα» που
αποκομίζουν όσοι βλέπουν τη Γερμανίδα καγκελάριο να εμφανίζεται
δημόσια με δεκανίκια. Αλλά με αυτά καθεαυτά τα δεκανίκια. Αν
πρόκειται για το ίδιο μοντέλο -κλασικό, σε μαύρο χρώμα- που είχε
χρησιμοποιήσει και το 2011 σε επέμβαση μηνίσκου (ναι, αποφάνθηκαν
οι ειδικοί σχολιαστές, πρόκειται για το ίδιο μοντέλο, αν και όχι
για το ίδιο ζευγάρι πατερίτσες), αν είναι οι φθηνότερες στη
γερμανική αγορά (ναι, είναι οι φθηνότερες, κατέληξαν, κοστίζουν
46,70 ευρώ), όμως είναι πρακτικές, έχουν φωτάκια που αναβοσβήνουν
το βράδυ, μπορούν να αλλάζουν ύψος (από 76 σε 96 εκατ.), τα
ποδαράκια είναι από καουτσούκ για ασφάλεια, αλλά σίγουρα τις
παρήγγειλε χωρίς συμβουλή ειδικού από το σπίτι, διότι δεν είναι οι
πιο ενδεδειγμένες για το βάρος της…

Για τους πολλούς που καταπίνουν τα λεπτομερή κουτσομπολιά γύρω από
την «τσιγκουνιά της καγκελαρίου» ως ψυχαγωγία, ίσως και για τους
λίγους που τα εξεμούν ως αμφισβήτηση, ενδέχεται οι ευτελείς
πατερίτσες υπογείως να έχουν αντιθέτως αναχθεί σε ισχυρό στοιχείο
της τωρινής εικόνας της κ. Μέρκελ· αν αύριο έβγαιναν σε δημοπρασία,
πιθανότατα θα ακριβοπωλούνταν. Διότι, δεν είναι μόνο η δύναμη του
αντικειμένου που μυθοποιείται από το άγγιγμα του ηγέτη. Η απόκτησή
του ή απλά η ενασχόληση με αυτό εισάγει σε έναν άλλο χώρο, μακρινό,
απροσπέλαστο. Δεν έχει σημασία αν το υλικό απομεινάρι από τις
στιγμές ενός πολιτικού, αγαπητού ή μισητού, αδιακρίτως, έχει
μηδαμινή ιστορική ή άλλη αξία. Φτάνει που προέρχεται από αυτόν.

Στον μύθο μια πατερίτσα δεν είναι πια μια πατερίτσα, αλλά ένα
αντικείμενο ενδεδυμένο με άυλα φορτία. Για να το πούμε αλλιώς, ο
μύθος μεταμορφώνει την έννοια σε μορφή, την πολιτική σε
αντικείμενο. Ισως δεν υπάρχει πιο αποπροσανατολιστική, πιο
συσκοτιστική μανία από την ενασχόληση με ανούσια μικροαντικείμενα
διασημοτήτων. Και όσο πιο έμμονη, πιο υστερική είναι η κατανάλωση
πληροφοριών για τα παραφερνάλια της καθημερινότητας των δημοσίων
προσώπων τόσο πιο ασταθής είναι η κατανόηση της πραγματικότητας,
τόσο ο πολίτης διολισθαίνει από την εξήγηση στη θέαση, από την
ουσία στην ασημαντότητα.

Το ζήτημα είναι ότι οι ανάλαφρες αυτές λεπτομέρειες από το
μπουντουάρ των προσωπικοτήτων, όλη η ανεκδοτολογική πολυλογία με
την οποία συγκεκριμένη μερίδα του Τύπου αποναρκώνει τους αναγνώστες
του (ο γερμανικός και στη συνέχεια ο διεθνής Τύπος ανέλυσαν εκτενώς
τι συμβαίνει στις περιπτώσεις κατάγματος στη λεκάνη, υπό ποιες
συνθήκες μπορεί να αποβεί επικίνδυνο το ασφαλές σκι πεδιάδας κ.ά.)
δεν αναπτύσσεται χωρίς λόγο. Προσφέρει στους πολιτικούς την
ευκαιρία, μέσα από την ανανεωμένη δημοτικότητά τους, να ασκήσουν
ευκολότερα πολιτική. Εν προκειμένω, την αμετάβλητη πολιτική για την
Ελλάδα, ανάμεσα στις δύο γνώριμες κόκκινες γραμμές: του μονόδρομου
των μεταρρυθμίσεων και του «όχι» στο «κούρεμα» των ομολόγων του
επίσημου τομέα.

Πάντως, αν η Ελλάδα μας έχει, μαζί με τα γεωγραφικά της σύνορα, και
πνευματικά, αυτά ευτυχώς δεν διαμορφώνονται από πατερίτσες μαύρου
χρώματος, κλασικού τύπου, των 46,7 ευρώ· όμως ορίζονται δυστυχώς
από την πνευματικότητα της εγχώριας πολιτικής, η οποία αποτυπώνεται
πεντακάθαρα στη Βουλή. Στενά όρια, αλλά σταθερά!