ΑΠΟΨΕΙΣ

ΓΝΩΜΗ

Ουπουργός Εξωτερικών κ. Γ. Παπανδρέου αρχίζει από σήμερα διαδοχικές επισκέψεις στο Ισλαμαμπάντ, στο Νέο Δεχλί και στην Τεχεράνη. Πριν από λίγες εβδομάδες, είχε επισκεφθεί τη Δαμασκό και προηγουμένως είχε διατρέξει σημαντικό τμήμα του βορείου ημισφαιρίου, επισκεπτόμενος διαδοχικώς τη Μόσχα, το Βερολίνο, τις Βρυξέλλες, την Ουάσιγκτον και το Λονδίνο. Αντικείμενο της κοπιώδους αυτής περιπλανήσεως είναι η επιτυχής έκβαση της εκστρατείας εναντίον της διεθνούς τρομοκρατίας, που σημαίνει, στη φάση αυτή, ανατροπή των Ταλιμπάν από την εξουσία στο Αφγανιστάν, διάλυση των τρομοκρατικών δικτύων στη συγκεκριομένη χώρα και σύλληψη του κ. Οσάμα Μπιν Λάντεν.

Ο κ. Παπανδρέου δεν είναι ο μόνος «Λογοθέτης του δρόμου» -για να θυμηθεί κανείς και τους Βυζαντινούς- της νέας εποχής. Προηγήθηκαν αυτού, συνταξιδεύουν και θα ακολουθήσουν και άλλοι εκπρόσωποι της Δύσεως, πρωθυπουργοί ή υπουργοί Εξωτερικών, που διακινούνται στην Μέση Ανατολή και στην Κεντρική Ασία, με στόχο να διατηρήσουν τη συνοχή της αντιτρομοκρατικής συμμαχίας, να επεξεργασθούν διάδοχη πολιτική λύση στο Αφγανιστάν, οψέποτε ανατραπούν οι Ταλιμπάν, να στηρίξουν τον Πακιστανό στρατηγό Μουσάραφ, έναν παρία της διεθνούς σκηνής, που αιφνιδίως ανεδείχθη σε κεντρικό πρόσωπο της παγκοσμίου διπλωματίας και, τέλος, να αποτρέψουν την έκρηξη ενός νέου τοπικού πολέμου στο Κασμίρ μεταξύ Ινδιών και Πακιστάν. Το πρώτο συμπέρασμα που θα μπορούσε να εξαγάγει κανείς με σχετική ασφάλεια είναι ότι η διεθνής διπλωματία κατέστη μονοθεματική και θα παραμείνει για αρκετά χρόνια ακόμη, διότι ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας μπορεί να άρχισε με την στρατιωτική επίθεση εναντίον των Ταλιμπάν, αλλά δεν πρόκειται να τελειώσει στο Αφγανιστάν, όχι διότι αυτό επιδιώκουν κάποιοι «ιέρακες» στις ΗΠΑ, αλλά επειδή η τρομοκρατία δεν είναι εντοπισμένη σε γεωγραφικό τόπο και φυλή.

Η μονοθεματικότητα όμως της διεθνούς διπλωματίας έχει επί της ουσίας παραλύσει κάθε άλλη δραστηριότητα, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, αφού ακόμη και το Παλαιστινιακό, που από μιαν άποψη αποτελεί την αιτία της ριζοσπαστικοποιήσεως των αραβικών πληθυσμών -και όχι ο λόγος της τρομοκρατικής επιθέσεως εναντίον των ΗΠΑ στις 11 Σεπτεμβρίου- δεν έχει αναχθεί σε θέμα υψίστης προτεραιότητος για την αμερικανική εξωτερική πολιτική, παρά τις προθέσεις του επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στρατηγού Κόλιν Πάουελ.

Περιττόν να σημειωθεί ότι άλλα μικρότερης σημασίας προβλήματα, μη συναρτώμενα με το θέμα της τρομοκρατίας, όπως η κατάσταση στη Βαλκανική ή στο Κυπριακό για να επιστρέψουμε στα καθ’ ημάς δεν υπάρχει περίπτωση να απασχολήσουν τα προβεβλημένα στελέχη της αμερικανικής διοικήσεως και ο χειρισμός τους περιέρχεται σε υπηρεσιακούς παράγοντες, με όποιαν σημασία μπορεί να έχει μια τέτοια εξέλιξη. Βεβαίως, δεν είναι δυνατόν να εξαναγκάσει κανείς τις ΗΠΑ να επιδείξουν ενδιαφέρον για τα άλλα διεθνή προβλήματα, διότι το πλήγμα που υπέστησαν ήταν όντως φρικτό και εν πάση περιπτώσει οι δυνατότητες της όποιας αμερικανικής διοικήσεως σε έκτακτες καταστάσεις, όπως η σημερινή, δεν είναι απεριόριστες, όπως φαντάζονται κάποιοι πολέμιοι των ΗΠΑ, οι κάποιοι άκριτοι υποστηρικτές των.

Κατόπιν όλων τούτων, το ερώτημα που τίθεται είναι σε τι αποσκοπεί η ελληνική κινητικότητα. Αναμφιβόλως η ελληνική κυβέρνηση και ειδικότερα ο κ. Παπανδρέου σπεύδει ορθώς να καταθέσει την όποια συνεισφορά της Ελλάδος προς αρωγήν του πληγέντος ισχυρού συμμάχου, αλλά είναι επίσης σαφές ότι εάν θα υπάρξει κάποια κίνηση προσεγγίσεως από το Ιράν ή τη Συρία, αυτήν θα γίνει με απ’ ευθείας συνεννόηση με την Ουάσιγκτον προκειμένου να εξασφαλισθούν και τα συγκεκριμένα οφέλη.

Είναι σαφώς θετικό ότι ο κ. Παπανδρέου έχει τη διάθεση και τη φυσική αντοχή να διατρέχει τον πλανήτη για την επίτευξη του κοινού στόχου της Δύσεως. Αλλά θα ήταν ευκταίο εάν, ως αποτέλεσμα αυτής της εργώδους κινητικότητος, διαπίστωνε κανείς και κάποια πρακτικά οφέλη στο επίπεδο των διμερών σχέσεων της Ελλάδος με τις χώρες που επισκέπτεται ο Ελλην υπουργός Εξωτερικών.

Αν τόσο άσχημα (και ασυνάρτητα) είναι σήμερα τα πράγματα στην υπόθεση των Ολυμπιακών Αγώνων που κατά τον πρωθυπουργό «αποτελούν την πρώτη προτεραιότητα για την κυβέρνηση», πόση αισιοδοξία μπορεί να έχει και το ίδιο το ΠΑΣΟΚ για «νέα πορεία», για το «νέο ξεκίνημα» της κυβέρνησης;