ΑΠΟΨΕΙΣ

ΑΝΤΙΛΟΓΟΙ

Κοιτώντας την τεμαχισμένη στα τέσσερα οθόνη, με τους δυο δημοσιογράφους (στο στούντιο και «επί τόπου») και τα δύο σκέλη του «θέματος» να τρέχουν, και μετά άλλους, σχολιαστές του γεγονότος και εμπλεκομένους, γενάται το ερώτημα: μόνον ο ανταγωνισμός ευθύνεται γι’ αυτήν την αποσύνθεση της είδησης; Διότι, δεν παρακολουθούμε πλέον ειδήσεις, αλλά χρωματογραφίες σε ποσότητες, «συσκευασμένες» σε ελκτικά ευκολοχώνευτα πακέτα.

Σίγουρα οι ειδήσεις αλλάζουν επειδή αλλάζουν οι συνθήκες ζωής και οι συνήθειες των ανθρώπων. Σήμερα, δεν βασίζονται πια στον θεατή που θα «κυνηγήσει» το δελτίο. Αυτός σπανίζει. Για να αγγίξουν τους καταναλωτές πρέπει να μετατραπούν σε «θέματα», με παράθυρα, σχόλια και συνεντεύξεις, να γίνουν εκπομπές (η εκπομπή επιτρέπει δάκρυα και εκστάσεις, η είδηση απαγορεύει οδυρμούς και διαχύσεις) που ανταγωνίζονται όχι μόνο τις «ειδήσεις» των άλλων σταθμών αλλά και τα λοιπά προγράμματα. Εκπομπές όπου κυριαρχεί η εκ προχειρότητας υπερβολή και η «βιομηχανική κοπή».

(Τώρα, το ποιος ευθύνεται γι’ αυτήν την προχειρότητα, είναι συγκεχυμένο και αμφίδρομο, όπως το αν έκανε η κότα το αυγό ή το αντίστροφο. Είμαστε κυρίαρχοι καταναλωτές, λέει η μια άποψη, το κοινό παίρνει αυτό που θέλει – δηλαδή, αυτό που του αξίζει. Τα πρότυπα φθείρονται γιατί η μαζική ζήτηση και όχι η μαζική προσφορά είναι χαμηλής ποιότητας. Αλλοι, πάλι, οι περισσότεροι, ισχυρίζονται το αντίθετο).

Κυνική χειραγώγηση ή συλλογικός μαζοχισμός, δεν είναι εκεί το θέμα. Η κακή ποιότητα απλώς χαρακτηρίζει, δεν αιτιολογεί την αλλαγή περιεχομένου της είδησης. Η οποία, από τη στιγμή που αξιοποιείται (λίγο ή πολύ) ως εμπόρευμα, ο κόσμος (έτσι κι αλλιώς) παραγνωρίζεται.

Είναι γεγονός. Για να γίνει καταναλώσιμη η είδηση, πρέπει πρώτα να κομματιστεί και να ξαναδουλευτεί από μια αλυσίδα παραγωγής. Παντού στη θέση και στο ρόλο του πραγματικού μπαίνει ένα νεοπραγματικό που έχει παραχθεί εξ ολοκλήρου με βάση τον συνδυασμό των διαθέσιμων στοιχείων. Οι δημοσιογράφοι «ιστορούν» το γεγονός. Είναι γνωστό.

Μας πειράζει το πόσο διεκτραγωδούν; Ναι, έχει σημασία ο βαθμός στον οποίο η δημοσιογραφική «φωνή», από μέσο ανταλλαγής γίνεται υλικό ανταλλαγής (αντί να θέτει σε κυκλοφορία το νόημα κυκλοφορεί η ίδια ως σύνθημα).

Κάποτε, οι ειδησεογραφικές υπηρεσίες κάλυπταν μια πραγματική ανάγκη. Σήμερα, μειώνεται ο αριθμός των ρεπόρτερ και αυξάνονται οι ανταποκριτές των καταναλωτικών θεμάτων. Θαρρείς και, όσο πιο κοντά φθάνουμε στην «απευθείας σύνδεση με…» τόσο πιο πολύ βαθαίνει η πραγματική απουσία του κόσμου. Οσο πιο πολλοί «μαχητές της αλήθειας» βρίσκονται «επί τόπου» τόσο πιο ομοιόμορφες ειδήσεις παράγονται. Το πρόβλημα, λοιπόν, ξεφεύγει από το αν η είδηση είναι αληθινή ή ψεύτικη. Αυτή έχει περάσει στην κατηγορία του μύθου – όπως η διαφήμιση.