ΑΠΟΨΕΙΣ

ΓΝΩΜΗ

Τα δεδομένα στην αγορά εργασίας μοιάζουν να ανατρέπονται – εκτός αν, απλώς, εμπλουτίζονται. Στα τυπικά προσόντα των υποψηφίων προς πρόσληψη περιλαμβάνεται, πλέον, μια νέα παράμετρος διατυπωμένη περίπου ως εξής: «…Να έχετε απασχολήσει τα μέσα ενημέρωσης (έντυπα και ηλεκτρονικά), δι’ οιονδήποτε λόγο (κατά προτίμηση δι’ ασήμαντον αφορμήν). Το περιστατικό θα πρέπει να έχει συζητηθεί και απασχολήσει την κοινή γνώμη για χρονικό διάστημα όχι μικρότερο της μιας εβδομάδας». Οσοι ανταποκρίνονται σε αυτήν την κατηγορία υπερέχουν των άλλων υποψηφίων θεαματικά. Το επιβεβαιώνουν δύο, τουλάχιστον, περιστατικά: η πρώτη (θηλυκού γένους) έκπτωτος του «Big brother» δέχθηκε καταιγισμό προτάσεων. Οχι μόνον αμείφθηκε παχυλά για να κάνει γνωστό τον σωματότυπό της στην ελληνική επικράτεια, αλλά προσελήφθη και σε πρωινή τηλεοπτική εκπομπή. Ετέρα νεαρά, καλλιτέχνις αυτήν τη φορά, με ποικίλες δραστηριότητες, κάθισε στο εδώλιο με την κατηγορία «της παράβασης του νόμου περί εκδιδομένων προσώπων». Οταν σηκώθηκε από το εδώλιο, είχε μεν καταδικαστεί αλλά και εξασφαλίσει τη θέση της δίπλα σε τηλεοπτικό σταρ, στο ρόλο της συνπαρουσιάστριας. Να η ευκαιρία, λοιπόν. Είστε καλοφτιαγμένος, γυμνασμένος και οξύθυμος; Εάν το αποδείξετε (σε κατά παραγγελίαν ξυλοδαρμό για παράδειγμα) δεν αποκλείεται να σας προσφέρουν τηλεοπτικό δεκάλεπτο πρωινής γυμναστικής. Είστε ευπαρουσίαστη, τολμηρή, με φαντασία αλλά άνεργη; Σκεφτείτε πώς θα δελεάσετε τις τηλεοπτικές κάμερες. Από εκεί και πέρα, το μέλλον σας είναι εξασφαλισμένο.

Καινούργια πρόσωπα, που να ανεβάζουν τον δείκτη τηλεθέασης. Αυτό φαίνεται να είναι το μεγάλο άγχος και η τυραννική εμμονή της ιδιωτικής τηλεόρασης. Πρόσωπα που να επιθυμούν να γοητεύσουν αλλά και να είναι πρόθυμα να παραπλανηθούν, να εξαπατηθούν, με την ασαφή ελπίδα ότι θα αποκτήσουν το δικό τους κοινό. Οτι θα περάσουν από την πολυπληθή τάξη των «ανωνύμων» στην προνομιούχο κάστα των «επωνύμων». Η τηλεόραση δεν μεταδίδει απλώς γεγονότα ή καταστάσεις, αλλά παράγει, κατασκευάζει πρόσωπα, κοινωνικά μοντέλα συμπεριφοράς, προτείνει ηθικές αξίες, στάσεις, συμπεριφορές. Μεταβάλλεται, μέρα τη μέρα, σε μια μεγάλης διάρκειας θεσμική διαφήμιση. Τα περισσότερα προγράμματα έχουν τη δομή, τη λογική και τον ψυχοκοινωνικό μηχανισμό της διαφήμισης. Ηθοποιοί, παρουσιαστές, δημοσιογράφοι οφείλουν να «πλασάρονται» ως προϊόντα προς πώληση και συναλλαγή. Αρα πρέπει να πληρούν όρους και προϋποθέσεις παρεμφερείς με εκείνους ενός δραστικού απορρυπαντικού ή μιας λαχταριστής λιχουδιάς. Ετσι, μέσα στη φαντασιακή ελευθερία της αγοράς, μια χυμώδης ξανθιά εξομοιώνεται με έναν δημοσιογράφο καριέρας, έναν πολιτικό αναλυτή ή έναν επαγγελματία ηθοποιό. Κατηγορίες εργαζομένων, δηλαδή, που, ανεξαρτήτως των επί μέρους επιδόσεων, έχουν καταβάλει προσπάθειες για να κατακτήσουν ένα γνωστικό αντικείμενο.

Η αξιοπιστία και η επιστημοσύνη ηχούν έννοιες πληκτικές και παλιομοδίτικες. Ο δρόμος είναι ανοιχτός στα «ζουμερά» προσόντα, απαραιτήτως ανοιχτόχρωμα, κατά προτίμηση ξανθά. Η πειθώ εγκαθίσταται λαθραία. Ο πόλεμος κατά της σοβαρότητας (λέξη που συρρικνώθηκε ύπουλα ως συνώνυμο ενός αναχρονιστικού συντηρητισμού) είναι ακήρυκτος, αλλά μαίνεται εδώ και χρόνια. Οποιος δέχεται να μεταμφιεστεί σε «κράχτη» χαίρει μαζικής προβολής. Η νέα ελευθερία στην οποία θύουν τα κανάλια με θρησκευτικό ζήλο, έχει -τι παράδοξο!- κοινά εμφανισιακά και ενδυματολογικά χαρακτηριστικά. Απαστράπτοντα, σαν κακοχωνεμένη χολιγουντιανή απομίμηση, από την οποία αναπαράγεται μόνο το «κιτς», καθώς το «γκλάμουρ» απαιτεί και άλλους, πιο σύνθετους, μηχανισμούς υποστήριξης. «Η υποταγή και ο έλεγχος του πνεύματός μας δεν θα γίνει με τη βία, αλλά με τη γοητεία», όπως υποστηρίζει και ο Γάλλος δημοσιογράφος και αναλυτής Ιγνάσιο Ραμονέ, ο οποίος μιλάει για διασκέδαση που επαναλαμβάνεται εν είδει «τσιχλόφουσκας για τα μάτια» («Σιωπηλή προπαγάνδα», εκδ. «Πόλις»). «Ο έλεγχος -συνεχίζει- δεν θα γίνει με διαταγές, αλλά με τη δική μας βούληση. Δεν θα γίνει με την απειλή της τιμωρίας, αλλά με τη δίψα μας για ευχαρίστηση».

Το πρόβλημα, επομένως, υφίσταται. Η σύμπηξη «Διευθυντηρίου» αποτελεί όντως μια κάποια λύση, αποδεκτή ίσως από «τεχνοκρατική» διοικητική σκοπιά, εντελώς απαράδεκτη όμως από πολιτικής απόψεως. Η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκληρώσεως εμπεριέχει το στοιχείο της ολοένα και μεγαλύτερης εκχωρήσεως κυριαρχικών δικαιωμάτων εκ μέρους των κρατών – μελών της Ε.Ε., με αντιστάθμισμα την ισότιμη συμμετοχή κάθε χώρας – μέλους σε θεσμοθετημένες από κοινού διαδικασίες συναποφάσεων σε πολλαπλά επίπεδα.