ΑΠΟΨΕΙΣ

Χαμένη ισοτιμία

Μάχη για τη διατήρηση προσχημάτων ισοτιμίας με όπλο μια απειλή χωρίς αντίκρισμα δίνει η Αγκυρα. H απειλή προβολής βέτο στη διάθεση δυνάμεων του NATO στην ευρωπαϊκή δύναμη ταχείας επέμβασης εκνευρίζει, χωρίς όμως να απειλεί επί της ουσίας την προσπάθεια των Ευρωπαίων για αμυντική χειραφέτηση.

Με τα σημερινά δεδομένα η ευρωπαϊκή αμυντική χειραφέτηση θα προχωρήσει -για το ορατό τουλάχιστον μέλλον- σε συνεργασία και συνεννόηση με τις ΗΠΑ. Δεν υπάρχει δηλαδή περίπτωση σχεδιασμού οποιασδήποτε επιχείρησης χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της Ουάσιγκτον. Με αυτό το δεδομένο η υλοποίηση της απειλής του τουρκικού Βέτο θα σήμανε επί της ουσίας εναντίωση σε μια επιχείρηση που εγκρίνει η Ουάσιγκτον χωρίς να επιθυμεί να εμπλακεί.

Αργά αλλά σταθερά θα οικοδομείται ένα ευρωατλαντικό πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων στο οποίο θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να ξαναβρεί η Αγκυρα την κατοχύρωση της θεσμικής ισοτιμίας στην εγγύηση της ευρωπαϊκής ασφάλειας που πέτυχε με την ένταξη στο NATO το 1952.

O ευρωπαϊκός ορίζοντας της Τουρκίας που στην καλύτερη περίπτωση θα είναι μια μακρά μεταβατική περίοδος δεν διασφαλίζει στη χώρα την ισότιμη συμμετοχή.

Η ένταξη στο NATO το 1952, στη σκιά της ανασφάλειας που προκάλεσε στο δυτικό στρατόπεδο ο πόλεμος της Κορέας, υπήρξε η πιο ευτυχής στιγμή του κεμαλικού καθεστώτος, καθώς η γεωγραφική θέση της χώρας διασφάλισε την ισότιμη ένταξη στο δυτικό στρατόπεδο που δεν προέκυπτε ούτε από την ταυτότητα του καθεστώτος ούτε από το επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης.

Με δεδομένη τη δυναμική δημιουργίας, με τη μια ή την άλλη μορφή, ενός σκληρού πυρήνα εντός της E.E. που θα διαχειρίζεται μια ενισχυμένη πολιτική και αμυντική συνοχή είναι αδύνατον να υπάρξει οποιαδήποτε επί μέρους ρύθμιση, που να εγγυάται στην Αγκυρα ισότιμη συμμετοχή στην Ευρωάμυνα στη διάρκεια της μακράς πορείας προσέγγισης με την Ευρώπη.

Τα παραπάνω δεδομένα περιγράφουν την κρίση Τουρκίας – E.E. ως δυσκολία προσαρμογής της τουρκικής ηγεσίας στη νέα πραγματικότητα. Ακόμη και η επίτευξη του τελικού στόχου -της πλήρους δηλαδή ένταξης σε μια E.E. των 28 ή των 30- δεν εγγυάται την ισοτιμία όχι μόνον στην Τουρκία αλλά και σε άλλες υποψήφιες προς ένταξη χώρες.

Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται δεν είναι αν θα υποχωρήσει η Αγκυρα από τη σημερινή «αδιαπραγμάτευτη» θέση της, αλλά η μεθόδευση, το περιτύλιγμα της αναδίπλωσής της. Αν μη τι άλλο η πολιτικοστρατιωτική ηγεσία της χώρας θα έχει αντλήσει ένα ενδιαφέρον μάθημα: Οτι το ευρωπαϊκό παιχνίδι στις αρχές του 21ου αιώνα δεν παίζεται με τους όρους των ενδονατοϊκών συσχετισμών της εποχής του Ψυχρού Πολέμου.