2002: ευκαιρίες και κίνδυνοι

4' 50" χρόνος ανάγνωσης

Μετά τις γιορτές, τα δώρα, τα έξοδα, την αγάπη και τις ευχές περάσαμε το κατώφλι του 2002 και βρεθήκαμε στην εποχή του ευρώ. Δεν νομίζω ότι έχουμε ακόμη αντιληφθεί, καθώς και οι περισσότεροι κάτοικοι των υπολοίπων έντεκα μελών της Ευρωζώνης, την τεράστια συμβολική αλλά και την ουσιαστική σημασία της γέννησης του νέου μας νομίσματος. Καθώς, όμως, τα πρώτα κέρματα και χαρτονομίσματα αρχίζουν να κυκλοφορούν στον πλήρως ενοποιημένο οικονομικό μας χώρο, θα παρατηρήσουμε μια αυξημένη κινητικότητα στις παράλληλες διαδικασίες πολιτικής και αμυντικής ενοποίησης της Ευρώπης.

Η προοπτική μιας Ευρωπαϊκής Ενωσης με κοινό νόμισμα, κοινό Σύνταγμα, ανοικτά εσωτερικά σύνορα και αποτελεσματικούς δημοκρατικούς θεσμούς, δεν είναι πλέον ουτοπία. H Ευρώπη των δημοκρατιών, που σήμερα ετοιμάζεται να υποδεχθεί πάνω από δέκα νέα μέλη στους κόλπους της, θα βρει την Ελλάδα κοντά στο κέντρο ενός τεράστιου χώρου πολιτικής ελευθερίας, οικονομικής ανάπτυξης, πολιτισμικής προσέγγισης και ειρηνικής συνεργασίας. Ετσι, το όνειρο του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ενός συνετού και διορατικού πολιτικού, θα έχει γίνει πραγματικότητα. Χαριτολογώντας έλεγε ο Μακεδόνας πολιτικός ότι θα μας έριχνε στα βαθιά νερά (της Ευρώπης) και θα μαθαίναμε κολύμπι ή θα βυθιζόμασταν. Ευτυχώς δεν πνιγήκαμε, αν και για ικανό χρονικό διάστημα απλώς επιπλέαμε. Σήμερα, αρκετά κουρασμένοι, έχουμε πλέον μάθει να «κολυμπάμε» με ταχύτητα ανάλογη σχεδόν των υπολοίπων εταίρων μας.

Στην αυγή του 2002, οι προτεραιότητες της εσωτερικής μας πολιτικής υπαγορεύονται σχεδον καθ’ ολοκληρίαν από την εθελοντική -δεν πρέπει να ξεχνούμε- ενσωμάτωσή μας στην Ευρώπη. Βρισκόμαστε κατά κάποιο τρόπο σε μια πτήση με αυτόματο πιλότο και πρέπει να αντέξουμε στον ανταγωνισμό και τις αναταράξεις του σκληρού ευρωπυρήνα. Πρέπει να προχωρήσουμε στις επικερδείς και διάφανες ιδιωτικοποιήσεις, στην πάταξη της διαφθοράς, στην εξυγίανση της δημόσιας διοίκησης, στη ρύθμιση του Ασφαλιστικού, στην τόνωση και τον εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού μας συστήματος, και στην αναβάθμιση του πλέγματος παροχής υπηρεσιών υγείας στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Καθώς υποδεχόμαστε εκατοντάδες χιλιάδες αλλοδαπούς μετανάστες, πρέπει επίσης να προσαρμόσουμε την κοινωνία μας στους ρυθμούς του πλουραλισμού και της αποδοχής του «διαφορετικού» και του «άλλου». Με δυο λόγια, πρέπει να ξεφύγουμε από τις ανασφάλειες του παρελθόντος και από τις συνωμοσιολογικές νοοτροπίες που θεωρούν ότι οι «Αμερικανοί» μπορούν στις μέρες μας να ανεβάζουν και να κατεβάζουν ελληνικές κυβερνήσεις. Τέλος, ευτυχώς που υπάρχει και το «τεστ κοπώσεως» των Ολυμπιακών Αγώνων που ελπίζω ότι θα μας διαβεβαιώσει ότι η ελληνική «καρδιά» λειτουργεί φυσιολογικά.

Στην εξωτερική μας πολιτική η μεγάλη πρόκληση του 2002 αφορά το Κυπριακό. Το ζητούμενο είναι η Κύπρος μέχρι τον Ιούλιο (το αργότερο τον Νοέμβριο) του 2002 να έχει κλείσει την ενταξιακή της διαπραγμάτευση, καταφέρνοντας να εναρμονίσει τη νομοθεσία της με όλα τα κεφάλαια του κοινοτικού κεκτημένου. Στην καλύτερη περίπτωση η πρόσφατη απόφαση του Ραούφ Ντενκτάς να επιστρέψει στην τράπεζα των διακοινοτικών διαπραγματεύσεων θα οδηγήσει μέχρι τον Ιούνιο του τρέχοντος έτους σε μια δίκαιη και αμοιβαία αποδεκτή λύση (με την εγκαθίδρυση διζωνικής και δικοινοτικής ομοσπονδίας που θα προϋποθέτει την επιστροφή σε ελληνοκυπριακή διοίκηση περίπου του 10% του κυπριακού εδάφους το οποίο σήμερα εξακολουθεί να βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή). Στη χειρότερη περίπτωση -αν οι κινήσεις του Ραούφ Ντενκτάς απλώς υπηρετούν πρόσκαιρες σκοπιμότητες- η Κυπριακή Δημοκρατία θα ενταχθεί στην Ενωση, έστω και χωρίς λύση, μαζί με τις υπόλοιπες χώρες που θα συμπεριληφθούν στο πρώτο κύμα της διεύρυνσης. Διότι δεν υπάρχει περίπτωση το ελληνικό Κοινοβούλιο να κυρώσει την ένταξη τρίτων χωρών στην Ευρωπαϊκή Ενωση χωρίς η Κύπρος να συμπεριλαμβάνεται στο ίδιο πακέτο. Σε κάθε περίπτωση, στα θέματα της Κύπρου και των ελληνοτουρκικών σχέσεων, μας συμφέρει η διατήρηση μιας πολιτικής χαμηλής έντασης. Με έξυπνο τρόπο πρέπει να αποφύγουμε τη μετατόπιση του ρόλου του «αδιάλλακτου» από την Αγκυρα στην Αθήνα και τη Λευκωσία. Και αυτό θα μπορούσε να συμβεί αν το Κυπριακό γίνει αντικείμενο υπολογισμών πολιτικού κόστους/οφέλους (όπως είχε συμβεί επανειλημμένα στο παρελθόν).

Υψίστης σημασίας για το 2002 είναι, επίσης, η υπόθεση της δημιουργίας του ευρωπαϊκού μηχανισμού πολιτικής άμυνας και πολιτικής ασφαλείας. Εδώ θα έχουμε μπροστά μας το λεπτό θέμα του συντονισμού του νεοανερχόμενου ευρωπαϊκού αμυντικού οικοδομήματος με τις παραδοσιακές και ισχυρές δομές του NATO. H απαίτηση της Τουρκίας για μία «ειδική σχέση» με τον Ευρωστρατό πρέπει να αντιμετωπισθεί από τους Δεκαπέντε της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τρόπο που εξομοιώνει την Τουρκία με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη – μέλη του NATO που δεν έχουν ακόμη προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Ενωση (Νορβηγία, Πολωνία, Τσεχία, Ουγγαρία και Ισλανδία). Δεν χρειαζόμαστε, βεβαίως, αυξημένη φαντασία για να αντιληφθούμε ότι η επιθυμητή διευθέτηση του Κυπριακού μέχρι τον Ιούνιο του 2002 και η ταυτόχρονη διατήρηση του «πνεύματος του Ελσίνκι» στο Αιγαίο θα αλλάξουν δραστικά τη διάρθρωση και τους κανόνες του ελληνοτουρκικού παιχνιδιού.

Καίριο ερώτημα στο οποίο πρέπει ως Ελληνες να απαντήσουμε είναι αν μας συμφέρει να συνδέουμε την Τουρκία με ολόκληρο το φάσμα των ευρωατλαντικών θεσμών ή αν θεωρούμε ότι θα είμαστε πιο ασφαλείς με την Τουρκία «απ’ έξω» και με την Ελλάδα στην «πρώτη γραμμή». H απάντησή μου στο ρητορικό αυτό ερώτημα είναι ότι μας συμφέρει μια ευρωπαϊκή Τουρκία, όπως συμφέρει τους Πολωνούς και τους Φινλανδούς μια ευρωπαϊκή Ρωσία. Φυσικά ο εξευρωπαϊσμός προϋποθέτει ότι οι πολιτικές δυνάμεις «κομβικών κρατών», όπως τα προαναφερθέντα θα διαθέτουν τη βούληση και την ικανότητα να προσαρμόζονται στους κανόνες του ευρωπαϊκού παιχνιδιού. Σε τελευταία ανάλυση, όπως και αν έχουν τα πράγματα, για την προάσπιση της ασφάλειάς μας και της εδαφικής μας ακεραιότητας πρέπει πάση θυσία να διατηρήσουμε ισχυρές ένοπλες δυνάμεις και τη συνακόλουθη ισορροπία ισχύος που από μόνη της εγγυάται την αποτροπή επιθετικών πράξεων ενάντια στον Ελληνισμό.

, O Θεόδωρος Κουλουμπής είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και γενικός διευθυντής του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ).

Πρώτος ο οποίος ασχολήθηκε με τις καταγγελίες αυτές ήδη από το 1991 ήταν ο δημοσιογράφος τότε και νυν υπουργός Παιδείας κ. Πέτρος Ευθυμίου, ο οποίος μεταξύ των άλλων έγραφε: H «αιχμάλωτη αγορά» (αυτό που εμείς εδώ αποκαλέσαμε «ελεγχόμενη πνευματική παραγωγή και εμπορία» άνοιξε τον δρόμο σε αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου που επιβάλλουν την άμεση παρέμβαση των Αρχών, πριν ο εισαγγελέας με δίωξη ή οι φοιτητές με λεμονόκουπες αναλάβουν το έργο της κάθαρσης.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT