Αλήθειες και φαντασιώσεις

7' 21" χρόνος ανάγνωσης

ΗΕλλάδα δεν είναι βεβαίως η χώρα που ήταν στη δεκαετία του ’50, αλλά όταν ο πρωθυπουργός θέλει να αναδεικνύει τη διαφορά με το σήμερα, μιλάει σαν να είχε παραλάβει το 1966 την Ελλάδα του ’50. Και όταν αναφέρεται στις δικές του πρωθυπουργικές ημέρες, μιλάει σαν να ήταν η χώρα σε «μαύρα χάλια» το 1996 και πάντως ολίγον «κουρέλα» διεθνώς. Οποιοι αμφισβητούν αυτού του είδους την «προσέγγιση» είναι κατά την άποψη του πρωθυπουργού φορείς εθνικών συμπλεγμάτων και μιζέριας, ανίκανοι να αντιληφθούν τον δημιουργικό όγκο του δικού του έργου, την «ισχύ» που αυτός έδωσε διεθνώς στην Ελλάδα, που μόνο χάρη σ’ αυτόν έπαψε να είναι «μικρή». Σε αυτόν τον τόνο μίλησε ο κ. K. Σημίτης και προ ημερών στους Ελληνες δημοσιογράφους στις ΗΠΑ, θέλοντας να τονίσει ότι αντιθέτως με ό,τι συνέβαινε κατά το παρελθόν, αυτός δεν συνομιλεί με την Ουάσιγκτον κάτω από «πιέσεις» και «ανακρίσεις».

Ουδείς μπορεί φυσικά να εμποδίσει τον πρωθυπουργό να σκέπτεται έτσι στο πλαίσιο της «νέας εθνικής αυτοπεποίθησης», που άλλωστε συνιστά σε όλους τους Ελληνες, ιδιαιτέρως μετά την κυκλοφορία του νέου ευρωπαϊκού νομίσματος στη χώρα μας. Αλλά στην Ουάσιγκτον, ο κ. K. Σημίτης μετέβη σε μια δύσκολη για την ελληνική εξωτερική πολιτική εποχή, ιδιαιτέρως λόγω του θέματος της τουρκικής πολιτικής στο Αιγαίο και της στάσης που τελευταίως τηρούν οι ΗΠΑ απέναντί της, με ευνοϊκές θέσεις προς την Αγκυρα οπουδήποτε διασταυρώνονται συμφέροντα άμυνας και ασφάλειας της Ελλάδας και της Τουρκίας.

Τα γεγονότα είναι γνωστά, και η επισήμανση των δύσκολων προβλημάτων που έχει να διαχειρισθεί ο κ. Σημίτης στο «τρίγωνο» Αθήνα – Ουάσιγκτον – Αγκυρα δεν έχει να κάνει με «μιζέρια» και με «φοβίες» πολιτικών, πολιτών και δημοσιογράφων ούτε με πολιτικές πραγματικότητες «των αρχών της δεκαετίας ’50». Κι αν στο ζήτημα της «τρομοκρατίας», όπως το θέτουν οι ΗΠΑ, η ελληνική πλευρά διαθέτει επιχειρήματα για να υπερασπισθεί τον εαυτό της, στα άλλα θέματα -ελληνοτουρκικά, Ευρωστρατό, χάρτες Αιγαίου, στρατιωτικοποιημένα ελληνικά νησιά- φαίνεται ότι δεν έχει καταφέρει πολλά πράγματα. Αντιθέτως μάλιστα, η στάση των ΗΠΑ δείχνει σήμερα, ότι η ηγεσία της, εγκαταλείποντας και τυπικά την «ουδετερότητά» της του παρελθόντος, εκτιμά πως το σωστό για την ελληνική κυβέρνηση θα ήταν να υποτάξει κάποια συμφέροντά της στη γενικότερη λογική της «νέας τάξης» και στην περιοχή μας στην οποία η Τουρκία έχει, για πολλούς και «ειδικούς» λόγους έναν «πρώτο» ρόλο. Αυτά τα γνωρίζει πολύ καλά ο πρωθυπουργός, ο οποίος ναι μεν δεν μπορεί φυσικά να παραδέχεται δημοσίως ότι τελεί «υπό πίεση» συνομιλώντας με την ηγεσία των ΗΠΑ, αλλά εντυπωσιάζει, όταν εμφανίζεται δημοσίως εκνευρισμένος επειδή η πίεση που δέχεται η ελληνική πολιτική ηγεσία καταγράφεται δημοσιογραφικώς. Μπορεί ο πρωθυπουργός να φαντασιώνει, ότι σε επίπεδο πολιτικής ουσίας και δύναμης συνομιλεί «ισοτίμως» με τον πρόεδρο των ΗΠΑ αλλά καλό θα ήταν να αντιληφθεί, ότι αυτή τη φαντασίωσή του δεν είναι δυνατόν να τη μοιράζεται με όλους τους δημοσιογράφους που παρακολουθούν και καταγράφουν τις εξελίξεις στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας.

(Ισως θα πρέπει να εξηγήσουν στον πρωθυπουργό κάποιοι συνεργάτες του, ότι η εξωτερική πολιτική είναι ένα πεδίο στο οποίο χώρες με εθνικά συμφέροντα η κάθε μια, μικρές, μεσαίες και μεγάλες, προσπαθούν να βρουν χώρους κοινών συμφερόντων, όχι μόνο με ειρηνικές και «κυριλέ» συζητήσεις, αλλά συχνά και με «πιέσεις», «εκβιασμούς», «τράμπες» ή και «κτυπήματα κάτω από τη ζώνη».)

Δεν επρόκειτο βεβαίως να συμβούν «τρομερά» πράγματα στη διάρκεια των ελληνοαμερικανικών συνομιλιών στην Ουάσιγκτον την περασμένη Πέμπτη. Ούτε επρόκειτο να «μαστιγώσουν» τον Ελληνα πρωθυπουργό οι Αμερικανοί συνομιλητές του ή να του απευθυνθούν προσβλητικά. Συνέβησαν αυτά που ήταν αναμενόμενα: O κ. Σημίτης δέχθηκε πίεση για την παραγωγή «αποτελεσμάτων στον τομέα της αντιτρομοκρατικής δραστηριότητας της ελληνικής πλευράς, του ζητήθηκε (πίεση το λένε αυτό στη διπλωματική γλώσσα), να κατανοήσει την ανάγκη για να λειτουργήσει ο Ευρωστρατός στη βάση των δεδομένων που τέθηκαν στο γνωστό αγγλοαμερικανοτουρκικό κείμενο, που ο πρωθυπουργός απέρριψε προσφάτως στο Λάακεν. Οσο για το γνωστό και «δύσκολο» θέμα των αμερικανικών χάρτων που δεν ορίζουν θαλάσσια σύνορα στο Αιγαίο, φαίνεται, ότι ο πρωθυπουργός πίεσε τον εαυτό του ώστε να βρει λόγους για να μη θέσει το θέμα (που δημιούργησε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.)

Ολα αυτά είναι πραγματικά θέματα που δημιουργούν προβλήματα στην ελληνική εξωτερική πολιτική και υφίστανται, ασχέτως του ότι «η Ελλάδα είναι άλλη» επί των ημερών του κ. K. Σημίτη. Και όπως όλα δείχνουν, το γεγονός ότι η ελληνική πολιτική ηγεσία θεωρεί «ισχυρή» και με νέο διεθνές κύρος την Ελλάδα του ευρώ, δεν εμποδίζει την Αγκυρα να πιέζει την Ελλάδα δυνατά πάλι στο Αιγαίο, να προσπαθεί να κερδίσει εις βάρος της χώρας μας «πόντους», και μέσα από το χώρο του υπό κατασκευήν ευρωπαϊκού στρατού, δεν εμποδίζει την Ουάσιγκτον να παίρνει στα θέματα αυτά θέσεις που βλάπτουν τα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας. Και αυτή η πραγματικότητα, που έχει φέρει σε πολύ δύσκολη θέση την Ελλάδα και τραυματίζει την εξωτερική πολιτική του κ. Σημίτη, όπως την ασκεί από το 1996, δεν αλλάζει φυσικά, επειδή ο πρωθυπουργός εκνευρίζεται, όταν ακούει να γίνεται αναφορά σε «πιέσεις».

«Δεν είμαστε μικροί, δεν έρχονται καταστροφές», φώναξε θυμωμένος απευθυνόμενος στους Ελληνες δημοσιογράφους ο πρωθυπουργός στην Ουάσιγκτον. Αλλά ουδείς αναφέρθηκε σε «καταστροφές». Πολιτικοί (και της συμπολίτευσης) και δημοσιογράφοι αναφέρονται τον τελευταίο καιρό στις δυσμενείς εξελίξεις που έχουν σημειωθεί στο χώρο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας, στο γεγονός ότι κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας στο Αιγαίο αμφισβητούνται πλέον και από τις ΗΠΑ, και θέτουν ερωτήματα για τη συνέχεια που προβλέπεται πολύ δύσκολη. Ηταν ποτέ δυνατόν να σκεπαστούν με σιωπή όλα αυτά τα σοβαρά ζητήματα για να μην προκαλούνται «φοβίες» στην ελληνική κοινή γνώμη και να εκτιμηθεί ότι ο κ. K. Σημίτης θα μετέβαινε στις ΗΠΑ απλώς για μια ευχάριστη φιλική συζήτηση με τον πρόεδρο Τζορτζ Μπους και τους συνεργάτες του; Κι όμως φαίνεται ότι ο πρωθυπουργός κάτι τέτοιο επιθυμούσε να έχει συμβεί.

Πώς εννοείται αυτή η «επιρροή»;

Στο θέμα του Κυπριακού, εξάλλου, στο οποίο η ελληνική πολιτική ηγεσία ζητεί από την Ουάσιγκτον να ασκήσει την «επιρροή» της για να προκύψει μέσα στο 2002 μια βιώσιμη ομοσπονδιακού τύπου λύση, τι θα μπορούσε να «δώσει» η ηγεσία των ΗΠΑ στον κ. K. Σημίτη, πέρα από ευγενικές γενικολογίες και ευχές, επικείμενης μάλιστα και της επίσκεψης του Τούρκου πρωθυπουργού στον Λευκό Οίκο;

Οι ΗΠΑ δεν έπαψαν ποτέ να εκδηλώνουν εδώ και τρεις δεκαετίες το «ζωηρό ενδιαφέρον» τους για λύση του Κυπριακού, το «προσωπικό ενδιαφέρον» των Αμερικανών προέδρων και τη «στήριξη» που παρέχουν στις προσπάθειες του OHE για λύση του προβλήματος. Αν τώρα, ο γενικός γραμματέας του Οργανισμού, κ. Κόφι Ανάν δηλώνει ότι στόχος του είναι να έχει παραχθεί ένα πλαίσιο συμφωνίας έως το τέλος του χρόνου, αυτό είναι, υποχρεωτικώς, αρκετό για την Αθήνα.

Ας μη λησμονείται ότι η κατάσταση περί το Κυπριακό είναι χειρότερη απ’ ό,τι ήταν τις δύο περασμένες δεκαετίες. Σήμερα το θέμα συζητείται με την πτυχή «εισβολή-κατοχή» να μην υφίσταται πλέον, οι συνομιλίες για λύση γίνονται με τα τουρκικά στρατεύματα εγκατεστημένα στον κατεχόμενο Βορρά με την Κυπριακή Δημοκρατία χωρίς σοβαρά μέσα Αμυνας, το αυστηρώς καταδικασθέν, το 1983, από τον OHE «κράτος» στα κατεχόμενα εδάφη σήμερα διεκδικεί «αναγνώριση», χωρίς αυτό να παραξενεύει κανέναν στη διεθνή πολιτική σκηνή και η πλευρά Αγκυρα-Ντενκτάς αναγνωρίζει λόγο συνομιλιών για λύση έχοντας προηγουμένως δηλώσει καθαρά ότι θέμα πραγματικής ομοσπονδίας δεν συζητούν πλέον, διότι αυτό το μοντέλο έχει «ιστορικώς» ξεπεραστεί από τις «πραγματικότητες» στο νησί. Οσο για ζήτημα αποχώρησης των εποίκων στα Κατεχόμενα, αυτό έχει προ πολλού ενταφιασθεί διπλωματικώς από όλα τα μέρη.

Το Κυπριακό κινείται σήμερα μέσα σ’ ένα πολιτικό σκηνικό που καθορίζεται από την υπόθεση της ενταξιακής προοπτικής της Κύπρου. Αυτό αποτελεί μεν πρόβλημα για την Αγκυρα, αλλά από την άλλη πλευρά η Λευκωσία καλείται εκ των πραγμάτων να καταβάλει ένα «τίμημα» για την ένταξη, αποδεχόμενη μια λύση που θα ήταν ίσως «βιώσιμη» κατά την τουρκική άποψη, αλλά όχι φυσικά και «δίκαιη». Και το όλο θέμα συνδέεται πλέον και με τη βούληση των εταίρων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας να μη δεχθούν καθυστέρηση της κυπριακής ένταξης, αν λύση του πολιτικού προβλήματος δεν βρεθεί έως την ώρα της απόφασης για το επόμενο «κύμα» διεύρυνσης της Ε.Ε.

Τι θα ήταν δυνατόν λοιπόν να «υποσχεθεί» τώρα στα σοβαρά η ηγεσία των ΗΠΑ στον κ. K. Σημίτη σχετικώς με την εξέλιξη αυτής της υπόθεσης; Ολοι γνωρίζουν ότι ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας πιέζεται από τον OHE, το Λονδίνο και την Ουάσιγκτον να αποδεχθεί μια «κουτσή» λύση συνομοσπονδιακού τύπου. Βεβαίως, στην Ουάσιγκτον ο πρωθυπουργός ήταν υποχρεωμένος να «θέσει» το θέμα στην ηγεσία των ΗΠΑ, αλλά θα ήταν αφελές να περίμενε κανείς ότι από αυτό επρόκειτο να προκύψει κάτι με ουσιαστικό ενδιαφέρον.

Πάντως, θα πρέπει να επισημάνουμε εδώ κάτι: λόγω της ακόμα υψηλής φορολογίας που επιβαρύνει τα αυτοκίνητα στην Ελλάδα και του χαμηλού κατά κεφαλήν εισοδήματος των Ελλήνων, οι εργοστασιακές τιμές στην ελληνική αγορά είναι ήδη από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη, άρα τα οφέλη που θα αποκομίσει ο Έλληνας καταναλωτής δεν θα είναι τα ίδια με εκείνα των καταναλωτών πλουσιοτέρων χωρών, που σήμερα απολαμβάνουν χαμηλής φορολογίας και «τιμωρούνται» γι’ αυτό από τις αυτοκινητοβιομηχανίες με ιδιαίτερα υψηλές εργοστασιακές τιμές. Αυτοί είναι άλλωστε και εκείνοι που πρέπει να προσδοκούν στα μεγαλύτερα οφέλη από αυτή την εκτεταμένη (αλλά όχι ακόμα πλήρη) απελευθέρωση της αγοράς.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT