H τυραννία της οικειότητας

3' 46" χρόνος ανάγνωσης

H γιγαντοαφίσα σε περίοπτη θέση της Παραλιακής, ενημερώνει για τις εμφανίσεις της γοητευτικής ποπ – σταρ τραγουδίστριας. Κάτω από την γκλόσι, ατσαλάκωτη φωτογραφία της, αναγράφεται το μικρό όνομα με μεγάλα ευδιάκριτα γράμματα και το επώνυμο με, εμφανώς, μικρότερα. Παρατηρώντας προσεκτικά τη φετινή εσοδεία στις λεωφόρους τις ψυχαγωγίας, διαπιστώνουμε ότι η εικόνα γενικεύεται. Τα μικρά ονόματα θριαμβεύουν ή, ακόμη, οι διαφημιζόμενοι είναι «αβάπτιστοι». Αρκεί η φωτογραφία τους, καθώς είναι πρόσωπα αναγνωρίσιμα από τους πάντες. Πριν ακόμη η ασφυκτική οικειότητα του «Big brother» καθιερώσει τη Δώρα, τη Νικόλ, τον Πρόδρομο, τη Μαίρη, τον Γιώργο, κ.ο.κ., ο δημόσιος βίος είχε καταληφθεί από μια γενικευμένη εγκαρδιότητα. Οι «επώνυμοι» έχουν προ πολλού απολέσει το επίθετό τους (μεταξύ τους δεν διανοούνται να χρησιμοποιήσουν την προσφώνηση ο κύριος ή η κυρία τάδε, έστω και αν συναντιούνται για πρώτη φορά), ο πληθυντικός έχει καταργηθεί ακόμη και στις δημόσιες συναλλαγές, το «εσύ» έχει αντικαταστήσει το «εσείς» με την ίδια ευκολία που το «εγώ» έχει απορροφήσει πλήρως το «εμείς».

Λες και όλοι συναποτελούμε μια μεγάλη παρέα φίλων και γνωστών, όπου ο ένας συμμετέχει στη ζωή του άλλου με αναταλλαγή επισκέψεων, σκέψεων, εμπειριών. Καταργείται έτσι -υποτίθεται- η απρόσωπη επικοινωνία του πληθυντικού μαζί και η απόσταση που τον χαρακτηρίζει και καλλιεργείται μια ατμόσφαιρα θέρμης, εμπιστοσύνης και ελεύθερης έκφρασης των αισθημάτων. Αυτή η επίθεση οικειότητας εξαπολύεται κυρίως από τα τηλεοπτικά κανάλια, τα οποία αναλαμβάνουν να παρουσιάσουν τους «επωνύμους» (συνωθώντας σε αυτήν την κατηγορία και εξομοιώνοντας με θαυμαστό τρόπο, πολιτικούς, καλλιτέχνες, επιστήμονες και διανοούμενους με διασκεδαστές και κοσμικούς) με καθημερινή «περιβολή». Ποιες είναι οι συνήθειές τους, τι τρώνε, ποια κατοικίδια προτιμούν, πώς διασκεδάζουν, πώς διαθέτουν τον ελεύθερο χρόνο τους και παράλληλα τι πιστεύουν για την παγκοσμιοποίηση, την τρομοκρατία, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Η σύγχυση ανάμεσα στο δημόσιο και στο ιδιωτικό ούτε νέα είναι -καταγράφεται ως σύμπτωμα από τον 19ο αιώνα- ούτε αθώα. Γράφει ο Ρίτσαρντ Σένετ στην εξαιρετική μελέτη του με τίτλο «H τυραννία της οικειότητας» (εκδ. «Νεφέλη»). «Στη μοντέρνα πολιτική θα ήταν αυτοκτονία για έναν ηγέτη να διακηρύξει: Ξεχάστε την ιδιωτική μου ζωή? αυτό που χρειάζεται να ξέρετε για μένα είναι το πόσο καλά ασκώ τη νομοθετική ή την εκτελεστική εξουσία και σε τι ενέργειες προτίθεμαι να προβώ ως κυβέρνηση. Αντίθετα, συγκινούμαστε όταν ένας συντηρητικός Γάλλος πρόεδρος κάθεται να πάρει το δείπνο του με κάποια εργατική οικογένεια, έστω κι αν λίγες μέρες πριν, έχει αυξήσει τη φορολογία στους μισθούς των εργατών βιομηχανίας…». H πολιτική αξιοπιστία εκτιμάται από τις ιδιωτικές παραστάσεις.

Η κατάργηση «συνόρων» και αποστάσεων μας φέρνει -υποτίθεται- «πιο κοντά», μας καθιστά συνένοχους πολιτικών αποφάσεων αλλά και κριτές ιδεολογιών και τάσεων, κοινωνούς, έστω και εικονικών, απολαύσεων. Επί της ουσίας, όμως, γκρεμίζει τις λεπτές εκείνες συμβάσεις, τους κανόνες ευγενείας και συμπεριφοράς, που καθιστούν δυνατή τη λειτουργία της δημόσιας σφαίρας και αποτελούσαν, πριν από την κατάλυσή τους, το φυσικό πεδίο ανάπτυξης πολιτισμικών, πολιτικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων.

«Πώς βλάπτεται η κοινωνία από την καθολική αποτίμηση της κοινωνικής πραγματικότητας με ψυχολογικούς όρους;», αναρωτιέται ο Σένετ. Και απαντά: «Αποστερείται την κοσμιότητά της». Ως κοσμιότητα ορίζεται «η προφύλαξη του καθενός από την επιβάρυνση με την προσωπικότητα των άλλων». «Πώς βλάπτεται η προσωπικότητα λόγω της αποξένωσής της από μια μεστή νοήματος απρόσωπη ζωή; Αποστερείται την έκφραση ορισμένων δημιουργικών ικανοτήτων -των ικανοτήτων του παιχνιδιού- οι οποίες όμως, για να πραγματωθούν, απαιτούν ένα περιβάλλον που να βρίσκεται σε απόσταση από το εγώ. Κατά συνέπεια, η κοινωνία της οικειότητας καθιστά το άτομο «ηθοποιό χωρίς τέχνη»».

Ομολογητική και βιωματική ποίηση, που συμπλέκει με ενάργεια την ατομική αγωνία για το μη αναστρέψιμο του θανάτου, με τη συλλογική μνήμη του χαμού των παιδιών και του Ολοκαυτώματος. Πεπρωμένο του ποιητή, που «σύντροφος τυμπανιστής / στις παράλληλες θάλασσες, αναδιφά τα συντρίμμια, ακούει το αχολόγημα του σαρκοφάγου νερού και με λέξεις παλεύει να αποτυπώσει την άβυσσο μέσα του και πέρα απ’ αυτόν. Δουλειά δύσκολη, αφού η μαρτυρία έπρεπε να ξεπεράσει τη μαρτυρία για να ξαναγεννηθεί ως ποίηση. Ποίηση ελληνική, σεμνά πλούσια, με θλίψη στιλπνή, πανανθρώπινη, αλλά και βαθύτατα εβραϊκή -«ορφανό της συναγωγής μου δέντρο / ποιος πεθαμένος έσπειρε / με χέρι ραγισμένο»/- όπου με ρεαλιστική ακρίβεια ζωντανεύουν ονειρικά οι μνήμες: «στην οδό Δούκα / δίπλα στην τριανταφυλλιά / η Ρόζα κατακόκκινη / κυνηγούσε τη Λεά / και εσύ Βικτώρια θα φώναζες / να βιαστούν για τη σουκά». Οπως ο Αλμπέρτος Ναρ στο «Σαλονικάι, δηλαδή Σαλονικιός» (εκδ. Νεφέλη), ιδιαίτερα στο κομμάτι που έχει τίτλο «Κατά Συνθήκην», ο Ιωσήφ Βεντούρας εκφράζει ένα όραμα πέρα από την οδύνη του Ολοκαυτώματος και την τύψη των ζωντανών. Είναι η στιγμή που η ανάσα των νεκρών γίνεται η ανάσα του μέλλοντος, όταν οι «μορφές που θα ‘ρθουν / ανάλαφρες και φτερωτές θα κατεβαίνουν… στην ίδια εκείνη θάλασσα / όπως τότε…».

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT