H Ευρώπη μετά το ευρώ

5' 0" χρόνος ανάγνωσης

Ηένταξη της Ελλάδας στη Ζώνη Ευρώ και η κυκλοφορία του κοινού νομίσματος μάς υπενθύμισε ότι είμαστε μέρος μιας διαδικασίας που συνεχίζεται. Το κύριο ρεύμα των αναλυτών δεν αμφιβάλλει ότι το κοινό νόμισμα και οι θεσμοί του θα ‘χουν επιπτώσεις για την πολιτική ολοκλήρωση της Ευρώπης.

Αναμφίβολα, το κοινό νόμισμα επιβάλλει μερικές τουλάχιστον ακόμη ενοποιητικές αποφάσεις σε ζητήματα συντονισμού της οικονομικής πολιτικής, φορολογίας του κεφαλαίου, πολιτικής αντιπροσώπευσης προς τα έξω με τον ορισμό ενός «κυρίου ή κυρίας ευρώ» κ.ά.

Η κ. Ουλρίκε Γκιγκού, μάλιστα, οραματίζεται το εξής χρονοδιάγραμμα: 2006 ευρωπαϊκό «σύνταγμα», 2010 συνένωση των μεριδίων των μελών της Ενωσης στο ΔΝΤ και μεταφορά του ταμείου στις Βρυξέλλες -την πρωτεύουσα του (νέου) κράτους με το μεγαλύτερο μερίδιο 2012 μια ευρωπαϊκή έδρα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Πολλοί προβλέπουν (ή ελπίζουν) ότι την εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να επιταχύνει ή ενδυναμώσει η σημερινή κρίση, χαρακτηριστικά στοιχεία της οποίας είναι η εκ νέου αυξανόμενη ανεργία σε χώρες-κλειδιά, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, και οι αβεβαιότητες που συνδέονται με τη διεύρυνση και τις διαρθρωτικές αλλαγές.

Υπό τις συνθήκες αυτές δεν θα αναγκαστούν οι κυβερνήσεις να αναθεωρήσουν τρόπον τινά το «αρχιτεκτονικό σχέδιο» της E.E. και να κάνουν νέα βήματα μεταβίβασης (ή συγχώνευσης) εθνικής κυριαρχίας σε υπερεθνικά όργανα; Να αναζητήσουν νέους τρόπους για κοινή πολιτική δράση; Να περάσουν στην «οικονομική διακυβέρνηση»;

Αυτό είναι βέβαιο, εντός ορίων όμως, γιατί κάθε βήμα ολοκλήρωσης στηρίζεται σε λεπτές ισορροπίες, πολύπλοκους συμβιβασμούς εθνικών συμφερόντων και συγκλίσεις στόχων. H ONE π.χ. ήταν προϊόν της σύγκλισης τόσο οικονομικών φιλοσοφιών όσο και πολιτικών στόχων στο κρίσιμο γαλλογερμανικό καζάνι.

Δεν συμβαίνει το ίδιο με πολλά από τα προτεινόμενα συγκεκριμένα σχέδια για το μέλλον. Οι διαφορές απόψεων παραμένουν μεγάλες. Π.χ. όσοι απορρίπτουν την ίδρυση ενός Νέου Ταμείου ισχυρίζονται (ευλογοφανώς) ότι αυτό είναι περιττό, γιατί απλά η Ευρώπη δεν πρόκειται να εκτεθεί στο μέλλον σε «ασυμμετρικά» σοκ, όπως εκείνο που υπέστη η Γερμανία με την ενοποίηση και που είχε ως χαρακτηριστικό την κατάρρευση της ανατολικογερμανικής βιομηχανικής παραγωγής και τη διόγκωση της ανεργίας σε πρωτοφανή μετά τον πόλεμο επίπεδα στις περιφέρειές της.

Προέχει η δυναμική των αγορών

και η «καλή πολιτική»

Ορια στην «πολιτική ενοποίηση» θέτουν, γενικότερα, οι θεμελιωδέστερες διαφορές αντιλήψεων. Πολλοί υποστηρίζουν ότι δεν χρειάζονται νέοι θεσμοί, αλλά μεγαλύτερη έμφαση και συνέπεια στις αναγκαίες προσαρμογές που κάθε κυβέρνηση πρέπει να προωθήσει στη χώρα της. Προέχει, με άλλα λόγια, να τακτοποιήσουν οι κυβερνήσεις τα του οίκου τους, αντί να αναλώνονται σε υπερεθνικούς πειραματισμούς.

Στο ίδιο πλαίσιο, υποστηρίζεται ότι το ευρώ, που ευνοεί τη διαφάνεια και μειώνει το κόστος των συναλλαγών, και ο ανταγωνισμός στις ανοιχτές αγορές θα επιβάλουν τελικά στις κυβερνήσεις να προσαρμόσουν την πολιτική τους. Ποια κυβέρνηση θα είναι σε θέση να εφαρμόσει μια οικονομική και κοινωνική πολιτική ή να συντηρήσει θεσμούς και πρακτικές που διαβρώνουν την ελκυστικότητα της χώρας ως τόπου εγκατάστασης παραγωγικών επιχειρήσεων;

Οσον αφορά το αίτημα για ένα δημοσιονομικό καθεστώς της Ενωσης κατά το πρότυπο των υπαρκτών ομοσπονδιών, που εμφανίζεται σαν φάντασμα στην ελληνική δημόσια συζήτηση, θα προσκρούει στο προβλεπτό μέλλον σε πολλά πράγματα και, πρωτίστως, στην τεράστια ανομοιογένεια του ενωσιακού χώρου. Πράγματι, τα κράτη – μέλη έχουν διαφορετικές βασικές φιλοσοφίες σε κρίσιμους τομείς, όπως η άμυνα, οι αντιλήψεις για την υγεία, η αναδιανομή κ.λπ., που έχουν δημοσιονομικές συνέπειες.

Τα όρια της αναδιανομής στην Ευρώπη

Κεντρικό χαρακτηριστικό ομοσπονδιακών συγκροτημάτων είναι, για να μείνουμε στον χώρο της οικονομίας, η ύπαρξη ισχυρών κεντρικών προϋπολογισμών. Σε όλες τις υπαρκτές ομοσπονδίες το μερίδιο του κεντρικού προϋπολογισμού στο ΑΕΠ ξεπερνάει το 20% και σε μερικές το 30% του ΑΕΠ. Στην Ενωση ο κεντρικός προϋπολογισμός αντιστοιχεί σε μόλις 1,2%. Το ίδιο φυσικά ισχύει για την κοινωνική πολιτική και τους αντισταθμιστικούς μηχανισμούς της (στήριξη ανεργίας κ.λπ.). Βέβαια, υπάρχει αυξανόμενη εμπλοκή της Ενωσης σε θέματα κοινωνικής πολιτικής, αλλά η απόσταση από τις δομές ενός ομοσπονδιακού συστήματος κοινωνικής πολιτικής θα παραμείνει μεγάλη.

Η κοινωνική πολιτική βρίσκεται στην κύρια ευθύνη των εθνικών κυβερνήσεων. Εκτός τούτου, οι διεργασίες στο επίπεδο της Ενωσης μάλλον εξυπηρετούν στόχους δημοσιονομικής βιωσιμότητας και κινητικότητας των εργαζομένων (άρα ευέλικτων αγορών), παρά ικανοποιούν κλασικά κίνητρα.

Οπως δείχνει η ιστορική εμπειρία από άλλες ομοσπονδίες (ΗΠΑ κ.ά.) οι ασθενέστερες κοινωνικές και οικονομικές ομάδες προσβλέπουν σε έναν ισχυρό ομοσπονδιακό προϋπολογισμό (και κράτος) είτε για να προστατευθούν από τον ανταγωνισμό είτε για να εξασφαλίσουν μεταβιβάσεις για κοινωνική ασφάλιση, εκπαίδευση, υγεία προς όφελός τους. Αντίθετα, οι ισχυρές ομάδες θέλουν την αποκέντρωση των εξουσιών και λιγότερο κράτος.

Το ίδιο ισχύει και για την E.E. Ετσι, κάθε συγκεκριμένη πρόταση για εισαγωγή ομοσπονδιακού χαρακτήρα ρυθμίσεων σε ζητήματα δημόσιας οικονομίας και κοινωνικής πολιτικής δεν εξετάζεται υπό το πρίσμα της ομοσπονδιακής λογικής, αλλά περνάει από την κρησάρα των κυρίαρχων επιχειρημάτων, συμφερόντων και διαφορετικών καταστάσεων. Επιπλέον, η E.E. απέχει πολύ προς το παρόν από εκείνο τον βαθμό «κοινωνικο-ψυχολογικής» ταύτισης, που χαρακτηρίζει ομοσπονδιακά καθεστώτα και μεγάλους αναδιανεμητικούς μηχανισμούς. Και, εντέλει, μπορεί ο Ελληνας πολίτης να ανέχεται τη φορολόγησή του για να πληρώνει φερ’ ειπείν τον «εθνικό αερομεταφορέα», αλλά δεν ισχύει το ίδιο για τον Γερμανό φορολογούμενο, ο οποίος δύσκολα θα δεχθεί να επιδοτεί στο διηνεκές την Ολυμπιακή ή τα ημιτελή έργα του κ. Λαλιώτη.

Οσον αφορά, λοιπόν, το κοινοτικό καθεστώς, η γενική τάση από πλευράς πολιτικής ουσίας είναι να σταθεροποιηθεί ό,τι έχει οικοδομηθεί στον πρώτο πυλώνα (ρύθμιση των αγορών κ.ά.) και να γίνουν εκείνες οι θεσμικές εκλογικεύσεις που θα εξασφαλίσουν την εφαρμογή των κανόνων της εσωτερικής αγοράς στον τεράστιο και ανομοιογενή χώρο της Ενωσης των 21 ή περισσοτέρων κρατών. Προτεραιότητα στην E.E. έχουν σήμερα η σταθερότητα και η (καλύτερη) ρύθμιση, όχι η αναδιανομή.

Το ευρώ και η εσωτερική αγορά στηρίζονται σε μια βασική συναίνεση για την οικονομική και κοινωνική πολιτική που τονίζει την ανάγκη διαρθρωτικών αλλαγών υπό την αιγίδα μεν των εθνικών κυβερνήσεων, αλλά προς μια κατεύθυνση. Ετσι, δεν οδηγούν αυτόματα σε πολιτική ενοποίηση (ή ομοσπονδιοποίηση στους τομείς αυτούς πολιτικής), αλλά σε αναμόρφωση των εθνικών μοντέλων οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.

Οπωσδήποτε η πραγματική εξέλιξη της πολυκεντρικής E.E. μάς προειδοποιεί ότι πρέπει να αντιμετωπίσουμε επειγόντως τα κακώς κείμενα στην καθ’ ημάς Δύση, διαφορετικά μια μεγάλη κρίση προοιωνίζεται προς το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας. Αυτό ακριβώς τείνει να συγκαλύψει ο «ευρωπαϊκός ρομαντισμός» του Π.Κ. Ιωακειμίδη1.

1. Βλ. ανάμεσα σε πολλά άλλα «O ευρωπαϊκός ρομαντισμός μας συμφέρει», Οικονομικός Ταχυδρόμος, 21.7.2001.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT