Το δέντρο και το δάσος

2' 50" χρόνος ανάγνωσης

Οτρόπος με τον οποίο η ελληνική πολιτεία και κοινωνία αντιμετώπισαν και χειρίστηκαν την προοπτική ανέγερσης του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Βασιλείου και Ελίζας Γουλανδρή είναι ενδεικτικός μιας ρηχής φιλοδοξίας. Επιπλέον, η αποτυχία της κοινωνίας να αξιοποιήσει ένα δώρο, γιατί δώρο ήταν τα 158 έργα τέχνης, το κτίριο και τα συνεπακόλουθα που πρόσφερε το εν λόγω Ιδρυμα, δείχνει και κάτι επιπλέον που είναι ίσως περισσότερο σοβαρό: άγνοια. Υπάρχει ίσως μια σημαντική μερίδα της κοινής γνώμης που θεωρεί ότι ή ίδρυση ενός μουσείου σύγχρονης τέχνης (έστω και του επιπέδου αυτού, που όμοιό του δεν υπάρχει στην Ελλάδα) αφορά ολίγους. Είναι άλλοι που υποστηρίζουν ότι η θέση του Μουσείου στο πάρκο Ριζάρη έπληττε το ελάχιστο πράσινο της πρωτεύουσας. Είναι θέμα διαφορετικών προσεγγίσεων, που, όμως, όπως και να το δει κανείς δημιουργούν και πάλι την εντύπωση μιας συλλογικής και επικίνδυνης αφέλειας.

Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης που θα δώριζε στην Ελλάδα το Ιδρυμα Βασιλείου και Ελίζας Γουλανδρή, στεγασμένο σε ένα κτίριο με μελέτη του αρχιτέκτονα Ι.Μ. Πέι (δικό του έργο η πυραμίδα στο Λούβρο, η Εθνική Πινακοθήκη στην Ουάσιγκτον κ.ά) θα έδινε στη χώρα κάτι μεγαλύτερο από τον ανεκτίμητο (σε αξία, υλική και πνευματική) θησαυρό τέχνης. Θα δημιουργούσε μια προϋπόθεση για ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού. Θα έδινε θέσεις εργασίας. Θα έφερνε τουρίστες. Θα έδινε τη δυνατότητα σε εκατομμύρια Ελληνες πολίτες να θαυμάζουν στη χώρα τους έργα καλλιτεχνών, που το Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης θα καραδοκούσε να αποκτήσει. Θα έδινε ερεθίσματα σε χιλιάδες μαθητές, που τώρα επισκέπτονται το Πολεμικό Μουσείο, να έρθουν σε επαφή με την υψηλή τέχνη…

Θα ήταν δηλαδή αυτό το Μουσείο, αν το ανεχόταν η μικροαστική ηθική, ένα απόλυτο και αυτοτελές οικονομικό μέγεθος, όπως είναι κάθε οργανικό μέλος της παγκόσμιας αγοράς του πολιτισμού, με διαστάσεις που θα απλώνονταν σε κάθε εκδήλωση της κοινωνικής ζωής. Θα είχε η Αθήνα την ευκαιρία να αποκτήσει ένα σταθερό πόλο πνευματικού και οικονομικού πλούτου, να ανέλθει σε μια ανώτερη βαθμίδα ως μητρόπολη πλέον με αυτοσυνειδησία του ρόλου της, των ευθυνών και των προσδοκιών της. Κάθε πολιτισμένη πόλη, με στοιχειώδη αναγνώριση του διεθνούς περιβάλλοντος στο οποίο εντάσσεται και από το οποίο τροφοδοτείται αντανακλώντας το ειδικό βάρος της, θα ένιωθε αν μη τι άλλο την υποχρέωση να ανταποκριθεί σε μια τέτοια εύνοια της τύχης.

Εδειξε, με άλλα λόγια, η Αθήνα ότι αρμενίζει στο κατώφλι των Ολυμπιακών Αγώνων ανυποψίαστη για την πολιτική γεωγραφία της αγοράς του πολιτισμού. Εδειξε συμπεριφορά σεμνότυφης γεροντοκόρης του ’50 όταν θα περίμενε κανείς ότι έπειτα από τέτοιες κατακλυσμιαίες αλλαγές θα είχε τουλάχιστον το σθένος να αντικρίσει τον εαυτό της στον καθρέφτη και να επιλέξει ένα μέλλον. Δεν ισχυρίζεται κανείς ότι αν το συγκεκριμένο Μουσείο χτιζόταν θα άλλαζε η ζωή μας. Είναι όμως βέβαιο ότι όταν μια πόλη, όπως η Αθήνα, δεν έχει το παραμικρό κύρος στον διεθνή χάρτη της αγοράς του πολιτισμού (με όλα τα γνωστά συνεπακόλουθα στην οικονομία, τον τουρισμό, την ποιότητα ζωής), τότε δεν έχει την πολυτέλεια της αυταρέσκειας. Εχει υποχρέωση απέναντι στους πολίτες της, αλλά και στην ίδια τη χώρα να αποφασίζει και να πείθει ότι είναι ικανή να οραματισθεί ένα μέλλον καλύτερο από το παρόν. Οταν μιλάμε για επιλογές υψίστου συμβολισμού και βαθύτατης ουσίας, επιλογές που ανοίγουν προοπτικές και ρηγματώνουν τον επαρχιωτισμό, στον οποίο επιμένει η Αθήνα, τότε τα λίγα δέντρα που θα κόβονταν θα ήταν απλώς κέρδος. Πολλά περισσότερα δέντρα μπορούσαν να φυτευθούν όταν η πόλη θα διεκδικούσε πλέον τον ρόλο που της αξίζει. Αλλά, είπαμε, είναι ζήτημα οπτικής. Και η Αθήνα επέλεξε το δέντρο για να χάσει το δάσος.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT