Υπάρχει χώρος για τέτοια «γυμνάσια»

6' 47" χρόνος ανάγνωσης

Προκαλεί βεβαίως σε πρώτο επίπεδο ενδιαφέρον το θέμα που προέκυψε στην κυβέρνηση, εξαιτίας του κειμένου των 45 βουλευτών του ΠΑΣΟΚ και του τρόπου με τον οποίο αντέδρασε σ’ αυτό, θυμωμένος, ο πρωθυπουργός. Προκαλεί ενδιαφέρον και ιδιαίτερα ερωτήματα επίσης το πώς έχει καταφέρει ένα στέλεχος, όπως ο κ. Τσουκάτος να εμφανίζεται κατά καιρούς ως σημαντικός «αντίπαλος» της πολιτικής ηγεσίας, ικανός να «επηρεάζει» έναν -όχι μικρό- αριθμό βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος, και να τροφοδοτεί «εσωστρέφειες». Απαντήσεις όμως σε τέτοια «μυστήρια» οφείλουν να αναζητήσουν ο κ. K. Σημίτης και οι «κορυφαίοι» του ΠΑΣΟΚ. Αν η κυβέρνηση, η κοινοβουλευτική ομάδα και το ΠΑΣΟΚ έχουν προβλήματα «συνοχής» και «ενδοσυνεννόησης», αυτό είναι ζήτημα ευθύνης του «ενισχυμένου» απ’ το τελευταίο συνέδριο του κόμματος, πρωθυπουργού και του επιτελείου των στενών συνεργατών του, που ο ίδιος έχει φυσικά συγκροτήσει και εμπιστευθεί.

Ομως, αν ο κ. Θ. Τσουκάτος ή κάποιοι άλλοι «εκσυγχρονιστές» ή και κάποια «συμφέροντα» μπορούν σήμερα να κάνουν «γυμνάσια» στον κ. K. Σημίτη, αυτό είναι δυνατόν να γίνεται επειδή ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του δεν είναι σε θέση να προωθήσουν, όπως θα έπρεπε, το κυβερνητικό έργο. Το ΠΑΣΟΚ του κ. K. Σημίτη κέρδισε εκλογές το 2000 υποσχόμενο να κάνει κάποια πράγματα. Και τον περασμένο Οκτώβριο, όταν ο πρωθυπουργός θεώρησε ότι μέσα απ’ το ΠΑΣΟΚ εμποδίζεται να κάνει σωστά τη δουλειά του, προχώρησε «επιθετικά» σ’ ένα έκτακτο συνέδριο, απέσπασε από αυτό μια άνετη επανεκλογή του στην ηγεσία του κόμματος, «καθάρισε», υποτίθεται, τα εσωκομματικά πράγματα και συγκρότησε αμέσως μετά μια νέα κυβέρνηση, υποσχόμενος καλή δουλειά και νέες ταχύτητες στο κυβερνητικό έργο. «Πανίσχυρος» στο κόμμα και με νικημένο τον εσωκομματικό «εχθρό» και πάντοτε «καταλληλότερος» πρωθυπουργός στις καταγραφές των σφυγμομετρήσεων, ο κ. K. Σημίτης είχε κάθε άνεση να ελέγξει απολύτως την κυβέρνηση και το κόμμα του, ώστε να διευθύνει χωρίς προβλήματα το κυβερνητικό έργο.

Δεν συνέβη όμως κάτι τέτοιο. Σήμερα δύο χρόνια μετά την εκλογική νίκη του 2000 δεν έχει επιλυθεί κανένα από τα μεγάλα προβλήματα που ανέλαβε να λύσει ο κ. Σημίτης για να δικαιολογήσει τη λαϊκή εντολή που έλαβε τότε.

Διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία, Ασφαλιστικό, αγροτικό ζήτημα, υγεία, εκπαίδευση, αξιοποίηση κοινοτικών πόρων, ολυμπιακά έργα, όλα βρίσκονται σε εκκρεμότητα ή εξελίσσονται με πολύ αργούς ρυθμούς. Και επιπλέον η Κομισιόν έρχεται με τις στατιστικές της να υπογραμμίσει τη διόγκωση του προβλήματος της ανεργίας στη χώρα μας: Πρώτη σε ανεργία νέων η Ελλάδα (το 30% των κάτω των 25 ετών νέων μας είναι άνεργοι) και δεύτερη σε συνολική ανεργία στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Αν τα πράγματα δεν ήταν έτσι, ποιος κ. Τσουκάτος θα μπορούσε να προκαλεί βλάβη στην κυβέρνηση του κ. K. Σημίτη; Και ποιους σοβαρούς λόγους θα είχαν για να συμπεριφέρονται «εσωστρεφώς» τόσα και τόσα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, για ποιο λόγο θα ήταν τόσο «ανήσυχοι» οι λεγόμενοι «δελφίνοι»;

Αν οι διαρθρωτικές αλλαγές, οι οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές της κυβέρνησης σημείωναν στα αλήθεια πρόοδο, πολύ στενό χώρο θα έβρισκαν για να αναπτυχθούν οι εσωτερικές έριδες στο κυβερνητικό στρατόπεδο.

Αν η κυβέρνηση έκανε καλύτερα τη δουλειά της, αν τα οξυμένα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι πολίτες μειώνονταν, λίγες θα ήταν οι απαισιόδοξες προβλέψεις για το εκλογικό μέλλον του ΠΑΣΟΚ. Και δεν θα μπορούσε να δηλώνει ο κ. Θ. Πάγκαλος ότι μόνο «από ένα θαύμα» δεν θα χάσει το κόμμα του την επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Ούτε και ο κ. Λαλιώτης θα είχε τόσο δυνατή επιθυμία για «σκληρό ροκ», στην προσπάθειά του να «οροθετήσει» το κόμμα του απέναντι στην αξιωματική αντιπολίτευση, εν όψει εκλογικών αγώνων.

Συχνά εμφανίζεται τελευταίως «θυμωμένος» ο πρωθυπουργός. Οποτε κάποια υπόθεση δεν πηγαίνει καλά για την κυβέρνηση, όποτε κάποιες προσωπικές επιλογές του αμφισβητούνται, ο κ. Σημίτης θυμώνει. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, αν στ’ αλήθεια θυμώνει ή αν έχει επιλέξει τον θυμό ως ένα «στυλ» που κατά την εκτίμησή του, μπορεί να τον διευκολύνει στην αντιμετώπιση προβλημάτων και κρίσεων. Αλλά, από τα πράγματα φαίνεται, ότι με τον θυμό, ο πρωθυπουργός τίποτε δεν έχει καταφέρει έως τώρα, ως «διευθυντής ορχήστρας». Επιπλέον, η εικόνα του θυμωμένου ηγέτη ακυρώνει την άλλη εικόνα, που τόσο πολύ προβλήθηκε επί έτη από τους «εκσυγχρονιστές» – την εικόνα του ήρεμου, εργατικού «νοικοκύρη» πρωθυπουργού που χωρίς πολλά λόγια και «γοητείες» και «λαϊκισμούς» θα λύνει με πρακτικό, «λογιστικό» πνεύμα τα προβλήματα που κληρονόμησε από το ΠΑΣΟΚ της «παπανδρεϊκής» περιόδου.

(Είτε δεν ακούει ο κ. Σημίτης τους αρμόδιους για θέματα «επικοινωνίας» συνεργάτες του, είτε αυτοί του εισηγούνται λανθασμένα πράγματα.)

Ομως και στον τομέα των εξωτερικών υποθέσεων, ο πρωθυπουργός πρόκειται να αντιμετωπίσει φέτος προβλήματα σοβαρά, στη διαχείριση των οποίων ψυχραιμία και σοβαρή δουλειά θα απαιτηθεί. Αν ο κ. K. Σημίτης δήλωσε, ότι το έτος 2002 θα είναι έτος ελληνοτουρκικών και Κυπριακού, το έκανε διότι κάποια δεδομένα, κάποιες προβλεπόμενες εξελίξεις οδηγούν την ελληνική κυβέρνηση προς αυτήν την κατεύθυνση. Ας ελπίσουμε ότι στα θέματα αυτού του τομέα, ο πρωθυπουργός θα αφήσει στην άκρη τους «θυμούς», αν κάτι δεν πάει καλά και ότι θα απευθύνεται προσεχώς και στην αντιπολίτευση και στην κοινή γνώμη με καθαρό λόγο. Αν έτσι πολιτευθεί, κανένας «Τσουκάτος» δεν θα μπορεί να προκαλέσει βλάβη στην εξωτερική πολιτική του.

«Ανιχνεύοντας»

ποιο έδαφος;

Ασαφή όμως και προσφερόμενα διά τη διατύπωση πολλών ερωτημάτων είναι για την ώρα τα πράγματα και στην υπόθεση των ελληνοτουρκικών σχέσεων αυτήν την περίοδο. Προσπαθώντας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του «Ελσίνκι», η κυβέρνηση εμφανίζεται διατεθειμένη να αναλάβει κάποια «πρωτοβουλία» για το ξεκίνημα ενός διαλόγου με την Αγκυρα και εξειδικεύοντας τις προθέσεις της σε έναν πρώτο βαθμό αναφέρει τώρα ότι «ανιχνεύει» τις προθέσεις της Τουρκίας για προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης με αντικείμενο διαφοράς την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου.

Η θέση αυτή της κυβέρνησης μπορεί να αιτιολογηθεί μόνον αν παρασκηνιακώς η τουρκική ηγεσία αναφέρεται σήμερα στο θέμα αυτό, λέγοντας άλλα από αυτά που έχει έως τώρα δημοσίως υποστηρίξει.

Εδώ και τρεις περίπου δεκαετίες οι ελληνικές κυβερνήσεις ματαίως καλούν την Αγκυρα να προσέλθουν σε έναν διάλογο με αντικείμενο το NOMIKO θέμα της υφαλοκρηπίδας. H τουρκική πλευρά απαντούσε και απαντά (πρόσφατες είναι οι δηλώσεις του κ. Μπουλέντ Ετσεβίτ) ότι το θέμα, όπως και όλα τα θέματα του Αιγαίου είναι ΠΟΛΙΤΙΚΟ και συνδεόμενο με άλλες διεκδικήσεις της σ’ αυτήν τη θάλασσα. Ακόμη και όταν στη διάρκεια της πολιτικής του «Νταβός», ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε ανεπισήμως προτείνει στον Οζάλ να παραπεμφθεί το θέμα της υφαλοκρηπίδας, όχι οπωσδήποτε στη Χάγη, αλλά σε ένα διεθνές διαιτητικό όργανο που θα όριζαν AD HOC τα δύο μέρη, η Αγκυρα αρνήθηκε να ανταποκριθεί σ’ αυτήν την πρόταση, εμμένοντας στην άποψη ότι το θέμα παραμένει γι’ αυτήν καθαρά πολιτικό.

Αλλά και το 1997, η Αγκυρα ενώ αρχικώς δέχθηκε, έπειτα από πρόταση της (ολλανδικής) προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης τη συγκρότηση ελληνοτουρκικής επιτροπής νομικών εμπειρογνωμόνων, με γραμματειακή υποστήριξη της E.E., για μα πρώτη εξέταση του θέματος της υφαλοκρηπίδας, στη συνέχεια υπονόμευσε αυτήν την εξέλιξη. H υπόθεση ναυάγησε οριστικώς σε πολύ λίγους μήνες, τον Σεπτέμβριο 1997. Από τότε και ώς πριν από λίγες ημέρες η θέση αυτή της Τουρκίας δεν έχει αλλάξει. Αυτό που δέχεται και ζητεί η Αγκυρα είναι το ξεκίνημα διμερούς πολιτικού διαλόγου για όλα τα ζητήματα που η ίδια θεωρεί προβλήματα προς επίλυση στο Αιγαίο. Και τη θέση αυτή τώρα υποστηρίζει η τουρκική πλευρά, επικαλούμενη την παράγραφο 4 του κειμένου των Δεκαπέντε στο Ελσίνκι.

Τώρα η κυβέρνηση δηλώνει, διά στόματος Γ. Ανδρ. Παπανδρέου, ότι υφίσταται ένας «ανιχνευτικός» διάλογος με την Τουρκία για το θέμα της υφαλοκρηπίδας, στη βάση του σεβασμού του διεθνούς δικαίου, της εδαφικής ακεραιότητας, της διασφάλισης των συνόρων και των αποφάσεων της E.E. στο Ελσίνκι. Αλλά, αν στην Αγκυρα ισχύουν αυτά που δημοσίως δηλώνει ο κ. Ετσεβίτ, τι «ανίχνευση» μπορεί να γίνεται; Και σε ποια βάση επιπλέον θα μπορούσε να πάρει η Αθήνα «πρωτοβουλία» για «αναβαθμισμένο διάλογο» με την Αγκυρα, όταν η ίδια η ελληνική κυβέρνηση εξακολουθεί (επισήμως τουλάχιστον) να μένει στην πάγια θέση ότι ΜΟΝΟτο θέμα της υφαλοκρηπίδας αποτελεί ζήτημα διαφοράς με την Τουρκία; Δεδομένου, όμως, ότι το κείμενο του Ελσίνκι, που φέρει την υπογραφή και της Ελλάδος, δεν συμφωνεί με αυτήν τη θέση, αυτά που σήμερα δηλώνονται από την πλευρά της κυβέρνησης περί «ανιχνεύσεων» είναι ασαφή, αν όχι και πολύ μπερδεμένα.

Αν λοιπόν, σε ένα ορατό μέλλον, η κυβέρνηση του κ. K. Σημίτη προχωρήσει σε κάποιες κινήσεις στον τομέα των ελληνοτουρκικών υποθέσεων μέσα σε ένα θολό τοπίο, με «πρωτοβουλίες» επάνω σε σαθρό έδαφος, ο πρωθυπουργός μπορεί να βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση, συναντώντας αντιδράσεις στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο, πολύ πιο δυνατές από αυτές που του προκαλούν σήμερα οι «45» του ΠΑΣΟΚ.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT