H απειλή του «κεκτημένου»

3' 4" χρόνος ανάγνωσης

Εάν είχαν πραγματοποιηθεί όλα όσα έχουν εξαγγελθεί τα τελευταία χρόνια για τον πολιτισμό, θα ζούσαμε σε μια πόλη με ζηλευτή μουσειακή υποδομή, το ένα εικαστικό γεγονός, διεθνούς ακτινοβολίας, θα διαδεχόταν το άλλο, καλλιτέχνες απ’ όλον τον κόσμο θα διαγκωνίζονταν για μια έκθεση σε ελληνικό έδαφος, ενώ καθημερινά ένα πλήθος περιπατητών θα απολάμβανε τα, αξιοποιημένα, μνημεία και τους αρχαιολογικούς χώρους της πρωτεύουσας, σε διαδρομές «αναψυχής, γαλήνης, και περισυλλογής». Τον Ιούλιο του 1999 σε βαρυσήμαντες εξαγγελίες της Κυβερνητικής Επιτροπής αναδύθηκε ένα τοπίο νεοϋορκέζικης σύλληψης, με την προοπτική να έχει θεμελιωθεί το 2002. Ενα «Museum Mile», το οποίο θα άρχιζε από το μοντερνιστικό Φιξ, θα παρέκαμπτε το Νέο Μουσείο Ακροπόλεως, θα περνούσε από το αναγεννημένο Μπενάκη, κατόπιν από το Κυκλαδικής Τέχνης, θα «συναντούσε» το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Γουλανδρή, θα συνέχιζε στο Βυζαντινό και θα κατέληγε στη διευρυμένη Εθνική Πινακοθήκη. Στην άλλη κορυφή του νοητού τριγώνου, θα δέσποζε εκσυγχρονισμένο και πλήρως ανανεωμένο το Εθνικό Αρχαιολογικό. Δύο χρόνια αργότερα, αρχές του 2002, η πραγματικότητα έχει τόση σχέση με τις εξαγγελίες, όση και το Φιξ με το Γκουγκενχάιμ του Μπιλμπάο. Διαγράφοντας νοερά την πορεία των θριαμβευτικών ανακοινώσεων του 1999, συναντάμε: Ενα ρακένδυτο Φιξ, το οποίο, σε πείσμα του πάτσγουορκ διαφημιστικού περιβλήματος, παράγει εντός έργο που προσπαθεί φιλότιμα να δικαιώσει τον τίτλο του ως Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, ένα Μουσείο Ακρόπολης επί χάρτου (θα θεμελιωθεί τον Ιούνιο προσβλέποντας στο 2004), ένα, κατ’ αρχάς ματαιωμένο Μουσείο Γουλανδρή, μια ίδια και απαράμιλλη Εθνική Πινακοθήκη. Οσο για το Εθνικό Αρχαιολογικό ακόμη «πρόκειται να…». Εξαίρεση το Μπενάκη, που, όντως, αναγεννήθηκε.

Θα πείτε: Μεγάλα έργα. Δεν έχουμε την απαίτηση να κυλήσει απρόσκοπτα η κατασκευή ή ανακατασκευή τους. Πίσω, όμως, από την πρόσοψη των «καλών προθέσεων» βρίσκεται εγκατεστημένη η «έλλειψη ουσιαστικού πολιτιστικού ενδιαφέροντος» ή, πιο απλά, η «απουσία πολιτιστικής πολιτικής». H εμπλοκή στην ανέγερση του Μουσείου Γουλανδρή σε έκταση της Ριζαρείου, ερμηνεύεται επιτυχώς με ένα απόσπασμα από το καίριο άρθρο του Στέλιου Ράμφου για την «Παιδεία», που δημοσιεύθηκε στην κυριακάτικη «K»: «Δεν συντηρούν λιμνάζοντα ύδατα στον τόπο μας αόριστα σκοτεινά συμφέροντα. Τα αναπαράγουν, θα έλεγα, αδρανή πολιτισμικά κοιτάσματα, ενεργοποιούμενα ψυχικώς όποτε απειλούνται «κεκτημένα» δικαιώματα ή κάποιοι πρέπει να «ξεβολευτούν». Αυτά τα κοιτάσματα βρίσκονται πίσω από τη λατρεία της συνήθειας, το «ιδεώδες» να εξασφαλισθούμε και επί τέλους να ησυχάσουμε. Στην Ελλάδα, η συνήθεια ανάγεται σε θεμέλιο της συμπεριφοράς και αποτελεί ως εκ τούτου το πιο πειστικό επιχείρημα. H καθιστική της νοοτροπία τυλίγει σαν ιστός αράχνης τις ψυχές και παραλύει την κοινωνία».

Κάπως έτσι και στην περίπτωση της εμποδισμένης δημιουργίας(;) του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης. Κάποιοι πρέπει να «ξεβολευτούν», διαδικασία που εισπράττεται ως «απειλή των κεκτημένων». «Κεκτημένα», εν προκειμένω, θεωρούνται: το (υποτυπώδες) πράσινο, η κυκλοφοριακή ηρεμία (στη Βασιλίσσης Σοφίας και στο Κολωνάκι!), η ιδιοκτησία του Δημοσίου (περιοχής που από τη δεκαετία του ’50 προοριζόταν για την ανέγερση συμπαγούς πολιτιστικού κέντρου). Την πράξη μεταβίβασης του υπουργείου Οικονομικών στο Ιδρυμα Γουλανδρή εξέτασε και έκρινε παράνομη το ΣτΕ. H πράξη θα επανεκδοθεί με βάση το νέο νόμο, παρενέβη διακριτικά ο υπουργός Πολιτισμού ύστερα από τον αχό που σήκωσε η απόφαση της Ολομελείας του ΣτΕ. Στο κενό μιας νομικής παράλειψης μετεωρίζονται αυτήν τη στιγμή 158 σπουδαία έργα των Γκρέκο, Σεζάν, Ματίς, Μπρακ, Πικάσο, Σαγκάλ, Κλέε, Μιρό, Καντίνσκι, κ.ο.κ., συλλογή σπάνια, αντικείμενο του πόθου για το Μετροπόλιταν της N. Υόρκης ή το Λούβρο.

Δεν θα μπορούσε να προβλεφθεί το εμπόδιο, να αποφευχθεί η, κρίσιμη για την τύχη της συλλογής, καθυστέρηση; Οχι, είναι η απάντηση. Γιατί η αβελτηρία και η αδιαφορία δεν είναι σύμπτωμα. Είναι ψυχική στρατηγική επιλογή, εχθρική στην πολυμορφία, στην επικοινωνία, στην ασυμπλεγμάτιστη δημιουργία.

Στο σημείο που έχουν φθάσει τα πράγματα απαιτείται συνδυασμένη κυβερνητική παρέμβαση. Δεν νοείται πανεπιστημιακός γιατρός, χωρίς να προσφέρει στις πανεπιστημιακές κλινικές των κρατικών νοσοκομείων. Και ακριβώς αυτό θα πρέπει να καταστεί απολύτως σαφές, εάν χρειασθεί και με νομοθετική ρύθμιση.

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή
MHT