ΑΠΟΨΕΙΣ

Το 2004 είναι μόνον η αρχή

Το 2004 έχει προβληθεί μέσα από την επικοινωνιακή γλώσσα ως ένας στόχος, αλλά πολλοί είναι αυτοί που τον αντιμετωπίζουν ως ένα τέρμα. Και μετά το 2004, τι; αναρωτιούνται. H ειδησεογραφία των τελευταίων ημερών με τα μεγάλα θέματα είναι φυσικό να απομακρύνει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης από τα πολύ σημαντικά ζητήματα προετοιμασίας και υποδομής για τους Αγώνες του 2004. Οπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, με τις σημαντικές καθυστερήσεις και με τη μετατροπή των φιλόδοξων σχεδίων σε μια κούρσα με τον χρόνο για τα απολύτως απαραίτητα, όλα δείχνουν ότι το 2004 θα έχει θέσει απλώς την πλατφόρμα πάνω στην οποία θα πατήσει η νέα Αθήνα των μελλοντικών χρόνων. Εξι χρόνια πριν από τη διοργάνωση των Αγώνων του 2008, το Πεκίνο επέλεξε, μέσω διεθνούς αρχιτεκτονικού διαγωνισμού, το γραφείο που θα αναλάβει τον σχεδιασμό του Ολυμπιακού Πάρκου και ήδη διοχετεύει στα διεθνή MME την εικόνα που θέλει να καλλιεργήσει. Είναι, ας πούμε, σαν η Αθήνα να ανακοίνωνε το 1998 ότι ο Καλατράβα θα αναλάμβανε το Ολυμπιακό Στάδιο. Εξι χρόνια πριν…

Ας αποφύγουμε, όμως, αυτές τις συγκρίσεις διότι δεν οδηγούν πουθενά. Σε όλο αυτό το διάστημα που κύλησε και στη διάρκεια των επόμενων δύο κρίσιμων χρόνων έως τους Αγώνες, η Αθήνα ωρίμασε. Είναι θετικό να αναγνωρίζει κανείς ότι παρά τις εμφανείς αδυναμίες και τα γνωστά μειονεκτήματα (υποδομής και ανθρώπινων πόρων), έχει πλέον καταστεί σαφές ότι η ελληνική πρωτεύουσα αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου χώρου, ενός διεθνούς δικτύου, μέσα από το οποίο έχει να αντλήσει εμπειρία και οφέλη. H απομάκρυνση, ιδεολογική και ψυχολογική πρωτίστως, από την ομφαλοσκόπηση, την ξενοφοβία και την έλξη προς το περιθώριο (ασφαλές λιμάνι για κάθε φοβισμένο), είναι μία ουσιαστική κατάκτηση που απορρέει από την προετοιμασία για τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Αλλά, η επί της ουσίας μετατροπή της Αθήνας σε μια κοσμοπολίτικη μητρόπολη πρέπει να μετατεθεί για αργότερα. Το 2004 θα παρουσιάσει, όπως είναι επιθυμητό, τουλάχιστον, την καλή της πρόθεση για μια ριζική στροφή. Είναι σαν να υποβάλλει υποψηφιότητα και να δεσμεύεται ενώπιον της διεθνούς κοινότητος για μια μεγαλύτερη προσπάθεια. Είναι αλήθεια ότι προσπάθεια με την ουσιαστική συνδρομή των πολιτών δεν υπάρχει, και ο καθένας θα μπορούσε να προσφέρει τη δική του εξήγηση για το διαρκές φαινόμενο της μειωμένης κοινωνικής συνείδησης. Ολα όμως δείχνουν πως η Αθήνα θα αλλάξει σημαντικά και σε τέτοιο βαθμό που η εμφάνιση και η λειτουργία της πόλης το 2010 θα είναι εντελώς διαφορετική ακόμη και από τη σημερινή. H εμπειρία των Αγώνων θα έχει εντάξει την πόλη σε ένα άλλο επίπεδο κατανόησης της διεθνούς κοινότητας και θα έχει, ενδεχομένως, συμβάλει στην απάλειψη των αναστολών που δημιουργεί η «ελληνική ιδιαιτερότητα». Συχνά, όταν μιλάμε για τους Αγώνες αναφερόμαστε συνήθως στο μεγάλο, τεχνικό και υλικό πρόγραμμα υποδομών και απτής κληρονομιάς, ενώ συνήθως αγνοούμε ή υποβαθμίζουμε τη μεγάλη επίδραση που θα έχει όλο αυτό το άνοιγμα προς τον κόσμο. Επίδραση που θα εκφράζεται μέσα από τα δίκτυα προσωπικών σχέσεων που θα προκύψουν λίγο πριν, στη διάρκεια και μετά τους Αγώνες. Δίκτυα άυλα, αφανή, με διακυμάνσεις έντασης και βάθους, που, όμως, ορίζουν την ποιότητα της ανθρώπινης συνδιαλλαγής.

Αυτά τα δίκτυα των προσωπικών σχέσεων μέσα από τους Αγώνες και κυρίως η πεποίθηση ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα ουσιαστικά φιλόξενη που θέλει να υποδεχθεί όλους από παντού, με ασφάλεια, ηπιότητα και καλαισθησία, είναι ίσως το μεγαλύτερο άυλο, εκ πρώτης όψεως, κέρδος του 2004. Κέρδος που μετά το 2004 θα αρχίσει να αποκρυσταλλώνεται και σε υλική μορφή. Γι’ αυτό, υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι η Αθήνα θα γυρίσει επί της ουσίας σελίδα λίγα χρόνια μετά το 2004. Οι Αγώνες, όμως, είναι η πύλη.