ΑΠΟΨΕΙΣ

Από το βουλευτικό βήμα, στα ομόλογα και στα δώρα

Εικόνα πρώτη: Στο βήμα του Κοινοβουλίου ένας από τους πολλούς ομιλητές της πολυήμερης συζήτησης για τον προϋπολογισμό. H ομιλία γραμμένη, τυποποιημένη, τα επιχειρήματα απλοϊκά, ο λόγος επίπεδος, καμία αίσθηση ρητορείας, ούτε καν χρωματισμός της φωνής. Απλή εκτέλεση του κομματικού καθήκοντος, λίγες κορώνες για τις ανάγκες της τηλεοπτικής μετάδοσης και τίποτε άλλο. Κανένα πάθος, ουδείς πόνος, καμία αίσθηση προετοιμασίας και γνώσης. Ουδεμία πρόταση, μια απλή παράθεση συνθημάτων, τσιτάτα επιλεγμένα ώστε να προσδιορίζουν την πολιτική προέλευση και η θεματολογία κομμένη και ραμμένη στο πλαίσιο ενός απλοϊκού κομματικού καταμερισμού, ανίκανη να προσδώσει αξιοπιστία ή έστω ερεθίσματα υποτυπώδους διαλόγου. Επαναλαμβανόμενη η ίδια εικόνα, από τους ομιλητές της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, αποδίδει ακριβώς την ατμόσφαιρα μιας ανιαρής συζήτησης, έτσι για να γίνεται, από υποχρέωση, επειδή αυτό επιβάλλουν τα κοινοβουλευτικά μας ήθη ή καλύτερα η κοινοβουλευτική πρακτική, που θέλει τον προϋπολογισμό να συζητείται επί μακρόν. Συνήθως ουδείς ακούει και ουδείς ενθουσιάζεται. Και τα όποια λίγα χειροκροτήματα τυπικά είναι, δεν εκφράζουν τίποτε άλλο παρά τον χαιρετισμό των κομματικών συναδέλφων προς τον ομιλητή.

Εικόνα δεύτερη: Παρέα τραπεζικών στελεχών γευματίζει σε πολυτελές εστιατόριο των Αθηνών. Μεταξύ οίνου και ιχθύος, με τα γκαρσόνια να προσκυνάνε τους πασάδες, συζητούν μεγαλοφώνως για τι άλλο, για την ιερόσυλη πρόταση διάθεσης τίτλων του Δημοσίου απευθείας στο αποταμιευτικό κοινό με ανταγωνιστικό επιτόκιο προς εκείνα των καταθέσεων.

«Ποιος σκέφθηκε αυτήν την ανοησία», «θα ανεβάσουν το κόστος», «θα κλονίσουν το τραπεζικό σύστημα» και άλλα ακατονόμαστα, ωσάν να εθίγησαν τα ιερά και τα όσια του γένους και της οικονομίας. Ως άλλοι φονταμενταλιστές της αγοράς, έριχναν στο πυρ το εξώτερον όσους διετύπωσαν δειλά έστω κάποια επιφύλαξη, τον όποιο ενδοιασμό για την τύχη των μικροαποταμιευτών και της λαϊκής αποταμίευσης.

Οι ίδιοι που πριν από λίγα χρόνια έσπρωχναν τον κόσμο στη Σοφοκλέους και απαξίωσαν ό,τι είχε και δεν είχε η κεφαλαιαγορά, έδειχναν ξεσηκωμένοι, επειδή αμφισβητήθηκε ελαφρώς το στάτους της δήθεν υψηλής τραπεζικής τέχνης που διακονούν. Επειδή ετέθη υπό κρίση αυτή η τόσο σύνθετη προσέγγιση της κερδοφορίας των τραπεζών μέσω του μηδενισμού των επιτοκίων καταθέσεων και της διατήρησης των επιτοκίων χορηγήσεων στα ύψη. Ας είναι όμως, στελέχη είναι, κάτι παραπάνω ξέρουν και τέλος πάντων αυτοί έχουν πλέον αλλάξει κατηγορία. Εχουν αμάξι και οδηγό, μισθό μεγάλο, μπόνους υψηλό, σπίτια στα προστατευμένα ορεινά και το χειρότερο ξέχασαν από πού έρχονται και πού πάνε.

Εικόνα τρίτη: Κουτιά, άλλα μικρότερα, άλλα μεγαλύτερα, καλάθια με κρασιά, τσάντες, τσαντούλες, γκλαμουράτες συσκευασίες, δώρα πολλά, άλλα προκλητικά, τα πιο πολλά κιτσάτα και χλιδάτα μαζί, κατακλύζουν τούτες τις γιορτινές μέρες τις εισόδους των MME προς δόξα των δημοσίων σχέσεων και της αρρωστημένης επικοινωνίας, που θέλει τους πάντες εξαρτημένους και συνδεδεμένους, έστω και με τούτα τα ευτελή. Το τι στέλνουν οι αθεόφοβοι των δημοσίων σχέσεων δεν λέγεται. Από DVD και καφετιέρες, μέχρι βαρύτιμα κρύσταλλα παραλαμβάνουν οι άνθρωποι των MME, ωσάν οι προσφέροντες να θέλουν να επιβεβαιώσουν τους δεσμούς ή να καταδείξουν την προσπάθεια εξασφάλισης επιρροής. Ενα χάλι μαύρο, μια εικόνα που δοκιμάζει την αισθητική και προσβάλλει τους πάντες. Οι ευχές μπορούν να μεταδοθούν με χιλιάδες τρόπους. Θα αρκούσε ένα βιβλίο αν είναι τόση μεγάλη η ανάγκη να καταδειχθεί η «εκτίμηση» ή έστω ένα μπουκάλι κρασί για το καλό. Τα υπόλοιπα τι χρειάζονται. Ποιο σκοπό υπηρετούν; Και τέλος πάντων ουδείς σκέφθηκε εποχή που είναι να πει αντί εορταστικών καρτών και δώρων θα διαθέσουμε το όποιο ποσό σε ένα ίδρυμα, για ένα κοινωνικό σκοπό. Υπάρχουν και άνθρωποι με προβλήματα. Τόσο αθέατοι έχουν γίνει πια, ή από το «ψήλωμα» δεν βλέπουν χαμηλά οι προύχοντες;

Ασύνδετες οι εικόνες μεταξύ τους, ίσως δεν επιτρέπουν συνειρμούς και τεχνητές συνδέσεις. Εμπεριέχουν και οι τρεις όμως κάτι το προβληματικό. Μεταδίδουν αλλοιώσεις σοβαρές, οι οποίες αν αναγνωσθούν μόνες ίσως περάσουν απαρατήρητες. Προστιθέμενες όμως προδίδουν υποχώρηση, γεννούν αμφιβολίες, καταδεικνύουν μετατόπιση μεγάλη από το συλλογικό στο ατομικό και επικράτηση κλίματος αναλγησίας στην ελληνική πολιτική και κοινωνία.