ΑΠΟΨΕΙΣ

ΑΠΟΨΗ

Μετά την οδυνηρή έκπληξη των τελευταίων εκλογών, το παραδοσιακό κατεστημένο της Τουρκίας ανακάμπτει και επιβεβαιώνει τον ρυθμιστικό του ρόλο, διαψεύδοντας τις προσδοκίες διαφόρων κυβερνήσεων -μεταξύ των οποίων και της ελληνικής πρωτίστως- που εθεώρησαν ότι στο πρόσωπο του κ. Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν βρήκαν έναν αξιόπιστο συνομιλητή, με τάση συμβιβασμού σε όλα τα θέματα.

Στη σύσκεψη ανωτάτου επιπέδου της περασμένης Τετάρτης, ο πρόεδρος της Τουρκίας κ. Αχμέτ N. Σεζέρ και ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου στρατηγός Χιλμί Οζκέκ αποκατέστησαν τον κατοχικό ηγέτη κ. Ραούφ Ντενκτάς ως τον μόνον χειριστή του κυπριακού ζητήματος. Την επομένη ο κ. Σεζέρ ανέπεμψε απόφαση της Βουλής για την πραγματοποίηση συνταγματικής αλλαγής που θα επέτρεπε στον κ. Ερντογάν να εκλεγεί βουλευτής και εν συνεχεία πρωθυπουργός.

Και οι δύο εξελίξεις ήταν λογικές και αναμενόμενες. O κ. Ντενκτάς υπήρξε ο ηγέτης των Τουρκοκυπρίων και στη συνέχεια επί έτη ο στενότερος συνεργάτης της Αγκυρας και του στρατιωτικού κατεστημένου της, που όφειλε να τον στηρίξει, όπως και έπραξε.

Ο κ. Ερντογάν από την άλλη γνώριζε άριστα όταν ετέθη επικεφαλής του νεοϊσλαμικού κόμματος, ότι δεν μπορούσε να εκλεγεί, ούτε να διεκδικήσει θέση στην κυβέρνηση βάσει των προνοιών του τουρκικού Συντάγματος. Από την άποψη αυτή ορθώς ο κ. Σεζέρ δεν απεδέχθη την προταθείσα συνταγματική αλλαγή προς εξυπηρέτηση των αναγκών ενός πολιτικού, ενώ βεβαίως ως όφειλε έδωσε εντολή σχηματισμού κυβερνήσεως στο Κόμμα Δικαιοσύνης και Αναπτύξεως. O κ. Ερντογάν επιχείρησε να ασκήσει εκβιασμό στο τουρκικό σύστημα και όπως ήταν φυσικό ηττήθη.

Η ελληνική κυβέρνηση που επίστευσε ότι «η νίκη των μαζών» στην Τουρκία ήταν ανάλογη με εκείνη του ΠΑΣΟΚ το 1981 και προσέβλεπε στη συντριβή του παραδοσιακού κατεστημένου, αρχίζει πλέον να «ανησυχεί», διότι η αναμενόμενη «επανάσταση» δεν πραγματοποιήθηκε. Κατόπιν τούτου πρέπει να αποδεχθεί ως πραγματικότητα ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και η θέση της Τουρκίας στο Κυπριακό θα διαμορφώνονται επί μεγάλο χρονικό διάστημα από το υπουργείο Εξωτερικών και το Γενικό Επιτελείο της Τουρκίας και όχι από το υπουργικό συμβούλιο των νεοϊσλαμιστών.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι αρνητική, διότι θα εξαναγκάσει τον πρωθυπουργό κ. K. Σημίτη και την κυβέρνησή του να αντιμετωπίσουν τα θέματα εξωτερικής πολιτικής όχι ως εμπορικό ισολογισμό, στη βάση της δημιουργικής λογιστικής, που εφαρμόζουν εκ συστήματος, αλλά ως κατ’ εξοχήν πολιτική δραστηριότητα ποιοτικώς τελείως διάφορη.

Αμεση τέλος πρέπει να είναι η επανεξέταση των εκτιμήσεων που διαμορφώθηκαν στην Αθήνα και στη Λευκωσία ως προς τη δυνατότητα «λύσεως» του Κυπριακού, και η ελληνική ηγεσία θα πρέπει επιτέλους να ζητήσει εξηγήσεις από τους περίφημους διαμεσολαβητές, που επιμένουν να αξιολογούν θετικά τη διάθεση της Αγκυρας και του κ. Ντενκτάς για ρύθμιση του πολιτικού προβλήματος της νήσου. Αλλως, η όλη υπόθεση θα εξελιχθεί σε πολιτική παρωδία και η ευθύνη της αποτυχίας δεν θα αποδοθεί μόνον στην τουρκική πλευρά.