ΑΠΟΨΕΙΣ

Κόμμα και κυβέρνηση

Ομολογώ ότι δεν κατάλαβα ποια είναι η πολιτική διαφωνία που τελικά οδήγησε στη ρήξη των σχέσεων μεταξύ του πρωθυπουργού και προέδρου του ΠΑΣΟΚ και του γραμματέα του κόμματος. Για ποιο κυβερνητικό ή κομματικό ζήτημα διαφώνησαν και ο πρώτος ουσιαστικά απέπεμψε τον δεύτερο και από την κυβέρνηση (του πρότεινε συμμετοχή ενώ γνώριζε ότι θα αρνηθεί) και από την καθοδήγηση του κόμματος. Σημειωτέον ότι ο κ. K. Σημίτης οφείλει την επικράτησή του στο 6ο Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ σε αποφασιστική παρέμβαση του K. Λαλιώτη την πιο κρίσιμη στιγμή, ότι ο K. Λαλιώτης υπήρξε ο αρχιτέκτονας της νίκης σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις και ότι τη σχετικά πρόσφατη «εποχή των Δολιανών» εμφανιζόταν ως «ιδεολογικός τσάρος» και ως νούμερο δύο στην κυβέρνηση και το κόμμα.

Τι συνέβη και οδηγήθηκαν στη ρήξη και στην αποπομπή του ενός από τον άλλον; Αν οι λόγοι ήταν προσωπικοί, αν η μεταξύ τους «χημεία» ήταν ανέφικτη, το πράγμα δεν θα είχε και μεγάλη σημασία. Πολλοί άνθρωποι δεν μπορούν να συνεργασθούν λόγω έλλειψης της κατάλληλης «χημείας». Οταν, όμως, ένα μεγάλο κόμμα φτάνει σε καταστάσεις διχασμού και ρήξης για προσωπικούς λόγους, τότε δεν έχουμε μόνο «έλλειψη χημείας» αλλά και έλλειμμα δημοκρατικής λειτουργίας.

Μένουμε με την εντύπωση ότι δεν ελέχθησαν όλα ούτε στη σύνοδο του Εκτελεστικού Γραφείου, αλλά ούτε και στην έκτακτη σύνοδο της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ. Το πιο παράδοξο είναι ότι κανείς από τους διαφωνούντες με τον κ. K. Σημίτη, ούτε ο K. Λαλιώτης, θέλησε να δώσει πολιτική μάχη, από την οποία ασφαλώς θα ανέκυπτε η πολιτική διαφορά, η διαφορά στον χειρισμό θεμάτων που αφορούν στη χώρα. Οι περισσότεροι διαφωνήσαντες αποδέχθηκαν τις αποφάσεις του κ. K. Σημίτη, με το σαρδόνειο χαμόγελο: «αυτός τώρα έχει την κεντρική ευθύνη και θα κριθεί (ή θα τον αφήσουμε να κριθεί) από το αποτέλεσμα». Σαν να γνωρίζουν από τώρα το αποτέλεσμα…

Θα μπορούσε επίσης κανείς να διαπιστώσει ότι ξέσπασε ανοιχτά η σύγκρουση μεταξύ κυβέρνησης και κόμματος, που υφέρπει από τη στιγμή που ο Κώστας Σημίτη εξελέγη πρωθυπουργός και αργότερα πρόεδρος ενός κόμματος που του ήταν μάλλον ξένο και κατά καιρούς εχθρικό. Αν οι αλλαγές αυτές επιχειρούνταν αμέσως μετά τις εκλογές του 1996 ή, έστω, μετά το 2000 θα είχαν ίσως τον χαρακτήρα μεταβολής του πολιτικού συστήματος, που θέλει την κυβέρνηση (το κράτος) κομματικοποιημένη και το κόμμα κρατικοδίαιτο και κρατικοποιημένο, να διαχειρίζεται κρατικές αρμοδιότητες, μεταξύ των άλλων και το κρατικό χρήμα. Δέκα όμως μήνες πριν από τις εκλογές δεν είναι αρκετοί για την κατάλυση της «κομματικής φεουδαρχίας» που είναι κυρίαρχη μετά το 1974, αλλά ιδιαίτερα τις περιόδους διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ.

Για την ώρα μας προέκυψε ένα μάλλον ασθενές κόμμα ή τουλάχιστον ασθενέστερο από πριν. Αν θα έχουμε μια ισχυρή κυβέρνηση, αυτόνομη και «χωρίς υποβολείς», θα αρχίσει να φαίνεται σε λίγες μέρες και θα κριθεί από την αποδοτικότητα στο εναπομένον μέχρι τις εκλογές χρονικό διάστημα, που, παρά τις κατηγορηματικές δηλώσεις του πρωθυπουργού, δεν αποκλείεται να είναι συντομότερο του δεκαμήνου.

Μερικοί κάποτε ελπίσαμε ότι ο K. Σημίτης θα μας απάλλασσε από την πασοκική κομματική φεουδαρχία. Ακολούθησαν πολλές απογοητεύσεις για να το ελπίζουμε ακόμα.