ΑΠΟΨΕΙΣ

«Ευρωατλαντικές σχέσεις: επιστροφή στη νηνεμία»

H ευρωατλαντική σχέση θα κλείσει εξήντα χρόνια συμβίωσης το 2005. Θεμελιώθηκε πάνω στα ερείπια του B΄ Παγκόσμιου Πολέμου και συντηρήθηκε κυρίως από την απειλή του σοβιετικού επεκτατισμού. Οπως κάθε επιτυχημένος γάμος ξεπέρασε αρκετές τριβές, αψιμαχίες, ακόμη και κρίσεις (Σουέζ 1956, Βιετνάμ 1965-75, Ντε Γκωλ 1966). Αλλά για ορισμένους αναλυτές η τρέχουσα διαφορά αντιλήψεων ανάμεσα στους Αμερικανοβρετανούς και τους Γαλλογερμανούς, σχετικά με τον πρόσφατο πόλεμο κατά του Σαντάμ Χουσεΐν, μας έχει οδηγήσει σε ένα οδυνηρό διαζύγιο. Το σκεπτικό των απαισιόδοξων ως προς το μέλλον της ευρωατλαντικής σχέσης είναι απλό. H Ευρώπη, πιστεύουν, είναι καταναλωτική, κακομαθημένη, υποχωρητική και αναποφάσιστη, με μια λέξη… πλαδαρή. Αντιθέτως, η Αμερική, ιδίως υπό την ηγεσία του προέδρου Τζορτζ Μπους και των νεοσυντηρητικών του συμβούλων, είναι αποφασιστική, στρατιωτικά πανίσχυρη και έτοιμη να επιβάλει -έστω και μόνη- τη λεγόμενη pax americana. Κατά τον απλουστευτικό αναλυτή Robert Kagan, η Ευρώπη κινείται στον αστερισμό της Αφροδίτης και η Αμερική στον αστερισμό του Αρη. Οι Αμερικανοί, δηλαδή, αναπτύσσουν και εφαρμόζουν το νόμο του ισχυρού διαθέτοντας την απαραίτητη συνοχή και βούληση, ενώ οι Ευρωπαίοι, παρά τα τεράστια οικονομικά τους μέσα, είναι στρατιωτικά ανίσχυροι και συγχρόνως ανίκανοι να διαμορφώσουν μια ενιαία εξωτερική πολιτική. Το συμπέρασμα των απαισιόδοξων, τύπου Kagan, είναι ότι έχουμε επιστρέψει σε ένα σύστημα απόλυτα κρατοκεντρικό, το οποίο συνεπάγεται τη σταδιακή ατροφία διεθνών οργανισμών, όπως ο OHE, το NATO και η Ευρωπαϊκή Ενωση.

Ευτυχώς υπάρχει σοβαρός αντίλογος στις Κασσανδρικές προβλέψεις που μόλις αναφέρθηκαν. Αισιόδοξοι αναλυτές αποδέχονται ότι ο πόλεμος του Ιράκ έσπειρε μύρια όσα ζιζάνια. Θεωρούν, όμως, ότι η διαχείριση της ειρήνης (ανασυγκρότηση και ανοικοδόμηση μιας ρημαγμένης χώρας) μπορεί να γίνει αφορμή για την αναθέρμανση της ταραγμένης ευρωατλαντικής σχέσης. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της ελληνικής προεδρίας, ιδίως μετά τη λήξη των εχθροπραξιών και την κατάληψη του Ιράκ, οι απόψεις των Ευρωπαίων σταδιακά συνέκλιναν. Ολοι συμφώνησαν ότι η απομάκρυνση του Σαντάμ τερμάτισε ένα από τα μακροβιότερα τυραννικά καθεστώτα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Αλλά συγχρόνως διακήρυξαν ότι η υπόθεση της δημιουργίας συνθηκών οικονομικής και πολιτικής ανόρθωσης θα απαιτήσει τεράστια κονδύλια, καθώς και την ενεργοποίηση διεθνών θεσμών (π.χ. NATO και OHE) επιτρέποντας στους θιγμένους Γάλλους και Γερμανούς να συμβάλουν στη συλλογική αστυνόμευση και την ανασυγκρότηση του Ιράκ.

Στη Βρετανία και τις ΗΠΑ, τον αρχικό ενθουσιασμό της γρήγορης και ανώδυνης (για τους συμμάχους) νίκης διαδέχθηκε ένας έντονος προβληματισμός: ο Σαντάμ Χουσεΐν, όπως και ο Μπιν Λάντεν, διέφυγε τη σύλληψη. Τα όπλα μαζικής καταστροφής δεν βρέθηκαν. O λαός του Ιράκ δεν υποδέχθηκε τους Αγγλοαμερικανούς ως απελευθερωτές. O ιρακινός στρατός και η αστυνομία διαλύθηκαν δημιουργώντας ένα πρόσθετο κύμα ανεργίας. Οι λεηλασίες συμπλήρωσαν την καταστροφή των βομβαρδισμών και ο πληθυσμός στα μεγάλα αστικά κέντρα έμεινε χωρίς τρόφιμα, βενζίνη, νερό και ηλεκτρισμό. Ετσι, με τις δυνάμεις κατοχής ανέτοιμες να διοικήσουν μια χώρα εθνοτικά διασπασμένη και βυθισμένη στην αναρχία, το Λονδίνο και η Ουάσιγκτον παρακολουθούν αμήχανα την κλιμάκωση κρουσμάτων ιρακινής αντίστασης με θύματα Βρετανούς και Αμερικανούς στρατιώτες.

Η Ευρώπη αντιλαμβάνεται σήμερα ότι μπορεί να αυξήσει την παγκόσμια επιρροή της σε μια πολιτική που συμπληρώνει αντί να ανταγωνίζεται τις ΗΠΑ. Και η Αμερική συνειδητοποιεί ότι ο ρόλος του παγκόσμιου χωροφύλακα είναι πανάκριβος, άχαρος και μοναχικός. Ετσι, η πρόγνωση των μελλοντικών εξελίξεων είναι μάλλον ενθαρρυντική: στο Ιράκ μάλλον θα δημιουργηθεί μία πολυεθνική διοίκηση που σε πρώτη φάση θα παραμείνει υπό αμερικανική ηγεσία, αλλά σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα θα τεθεί, έστω συμβολικά, κάτω από την ομπρέλα του OHE. O λαός του Ιράκ θα αποδεχθεί πιο εύκολα μια πολυεθνική παρουσία από χώρες του Τρίτου Κόσμου (ιδίως αν αυτές είναι αραβικές) παρά τις ανεπιθύμητες αγγλο-αμερικανικές κατοχικές δυνάμεις. Θα χρειαστεί χρονος, χρήμα, υπομονή και σύνεση μέχρις ότου στηθεί μια βιώσιμη και λειτουργική οντότητα στο Ιράκ που θα διαχειριστεί τα τεράστια πετρελαϊκά αποθέματα για το καλό του βασανισμένου του λαού.

Στην περίπτωση του Ιράν, μια αυστηρή τοποθέτηση της E.E. θα συμβάλει στην αποδοχή από το καθεστώς της Τεχεράνης των επιθεωρητών της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (IAEA) απαλλάσσοντας την Ουάσιγκτον από άλλη μια επιχείρηση «αλλαγής καθεστώτος». H Συρία, αντιλαμβανόμενη το κόστος της αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ και ύστερα από τον παραδειγματισμό του Σαντάμ, έχει αθόρυβα αλλά αισθητά κινηθεί προς την κατεύθυνση μιας δυτικόστροφης προσαρμογής. H σχέση Ισραήλ και Παλαιστινίων (και του αραβικού κόσμου γενικότερα) μπορεί να προσφέρει το πιο καλλιεργήσιμο έδαφος για τη βελτίωση των ευρωατλαντικών σχέσεων. H αλυσίδα των αιματηρών συγκρούσεων των δύο πλευρών μπορεί να κοπεί αν η διεθνής κοινότητα (το γνωστό κουαρτέτο ΗΠΑ, E.E., Ρωσία και OHE) επιμείνει στην υιοθέτηση του «οδικού χάρτη» με ταυτόχρονη κήρυξη ουσιαστικής εκεχειρίας στις πράξεις αμοιβαίας βίας. Παλαιστίνιοι και Ισραηλινοί, όπως έπραξαν οι Δυτικοευρωπαίοι μετά τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μπορούν να ζήσουν ειρηνικά, σε ένα πλέγμα αλληλεξάρτησης και αυξανόμενης συνεργασίας. Το NATO, ένας διεθνής οργανισμός που μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου φάνηκε να χάνει τον λόγο ύπαρξής του, είναι ιδεώδης φορέας για να προσφέρει αμοιβαία ασφάλεια στα πρώτα χρόνια μιας ιστορικής συμφωνίας ανάμεσα στο Ισραήλ και τους Παλαιστίνιους.

Σε ένα περιβάλλον μιας ευρύτερης διευθέτησης, η γειτονική μας Τουρκία δεν μπορεί να μείνει έξω από τις εξελίξεις. Ακολουθώντας το παράδειγμα των Βαλκανίων, θα πρέπει και αυτή να διατηρήσει ανοικτό τον δρόμο της προς την Ευρώπη συμβάλλοντας άμεσα στη λύση του Κυπριακού και στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας (και συναφών θεμάτων) στο Αιγαίο.

Κλείνοντας αξίζει να δώσουμε μια απάντηση στον αδόκιμο ορισμό των εννοιών «παλαιά και νέα Ευρώπη». O Ντόναλντ Ράμσφελντ, που τον εισήγαγε, πρέπει να αντιληφθεί ότι όλοι οι Ευρωπαίοι, από τον Ατλαντικό ώς τα Ουράλια, έχουμε κοινή ιστορία και κοινή μοίρα. H «παλαιά Ευρώπη» του 20ού αιώνα ήταν η μητέρα της αποικιοκρατίας, των δύο παγκοσμίων πολέμων, των περιφερειακών και αλυτρωτικών συγκρούσεων, των ολοκληρωτισμών, των γενοκτονιών και του ολοκαυτώματος. H «νέα Ευρώπη» είναι σήμερα μια όαση ολοκλήρωσης, διεύρυνσης, εμβάθυνσης, σύγκλισης, αλληλεξάρτησης, δημοκρατίας και σεβασμού του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Είναι μια Ευρώπη που μπορεί να συμπαρασύρει και τους υπερατλαντικούς μας εταίρους στη δημιουργία μιας νέας τάξης πραγμάτων που προτάσσει την παγκόσμια σύγκλιση, την ανάπτυξη, τη συνοχή και τη συνεργασία, αφήνοντας την πολεμική επιλογή στον ρόλο της ύστατης εφεδρείας.

(1) O κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι γενικός διευθυντής του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ).