ΑΠΟΨΕΙΣ

Γράμμα από την πόλη

Τον συνάντησα στη βεράντα μιας φίλης. Είχε εκείνη τη σεβάσμια φυσιογνωμία που πολλοί από μας θα’ χουν συναντήσει σε βιβλία του Καραγάτση. Με το που με είδε, σηκώθηκε και μου συστήθηκε. Γιώργος Παπαδημητρίου μού είπε, από το Πορντ Σάιντ της Αιγύπτου.

Εμεινα να τον κοιτώ, καθώς από τη μια στιγμή στην άλλη ξεπήδησε από μέσα του ένας πίδακας αναμνήσεων, απολογισμού για όσα έζησε, για όσα έκανε ή για όσα θα μπορούσε να κάνει. Κι ενώ μιλούσε με μια σπάνια για την ηλικία του ευφράδεια και γνώση της ελληνικής γλώσσας μου έτεινε το χέρι, δίνοντάς μου έναν φάκελο. Ηταν κιτρινισμένος απ’ τον χρόνο, με σφραγίδα Istanbul και με παραλήπτη τον ίδιο, «Monsieur Georges Papadimitriou El-Tor,18, Port-Said, Egypte». Σας τον παραδίδω, μου είπε. Είναι ένα γράμμα μιας κοπελιάς από την Κωνσταντινούπολη που μου ‘στειλε το 1955, τότε με τα μεγάλα γεγονότα. Εφτασε σε μένα χωρίς να λογοκριθεί, γι’ αυτό κι έχει αξία. Το άνοιξα με προσοχή. O χρόνος είχε παρέμβει δραματικά. Τα γράμματα είχαν αρχίσει να ξεθωριάζουν. Αλλά κατάφερα να το διαβάσω καιμεταφέρω σε τούτη τη στήλη ένα μικρό απόσπασμα από τα όσα η Φιφή έγραψε τον Σεπτέμβρη του 1955 στον φίλο της Γιώργο. Ετσι, για να θυμόμαστε ότι η πορεία μας περνάει πάντα μέσα από τον πόνο άλλων ανθρώπων.

«Αγαπητέ μου Γιώργο… Μέσα σε μια νύχτα 6 και 7 του Σεπτέμβρη η Πόλη άλλαξε όψη. Φαντάζομαι ότι ύστερα από έναν βομβαρδισμό αυτήν την όψη θα παρουσίαζε μια πόλη. Τα πάντα έχουν καταστραφεί, οι περισσότερες εκκλησίες και τα σχολεία έχουν καεί. Αν σου πω ότι πήγαν στα νεκροταφεία, σπάσαν τους τάφους και βγάλαν έξω πεθαμένους δύο και τριών ημερών, απ’ αλλους τα κόκκαλα και τα πέταξαν στους δρόμους. Φρίκη…Τώρα δεν μας μένει πια παρά μόνον η ζωή. Ολοι έχουμε ζημιές υλικές και ψυχικές. Ολοι είμαστε κουρέλια. Ομως, σιγά σιγά κάποιοι θα διορθώσουν τα καταστήματά τους. Αλήθεια, το πόση θέληση χρειάζεται ο καθένας για να αρχίσει από το A, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Οι περισσότεροι νέοι θέλουν να φύγουν. Δεν υπάρχει ασφάλεια, οι Τούρκοι μας δείχνουν πόσο ανεπιθύμητοι είμαστε. Τώρα οι δρόμοι είναι γεμάτοι τανκς, καμιόνια με στρατιώτες. Αλλά φτάνει… ας αλλάξω θέμα. Για κείνη τη φωτογραφία που μου ζήτησες, θα προσπαθήσω να βγάλω μία. Μπορείς να φανταστείς πόση διάθεση έχω για τέτοια πράγματα αυτήν τη στιγμή…. Με αγάπη, Φιφή».

Φρίκη για τη Φιφή, δέος για μας που ζούμε σε εποχές μηδενισμού, χωρίς δυνατά αισθήματα, χωρίς έντονες εξάρσεις, χωρίς πολιτικές αναζητήσεις. Κουκουλώνουμε βιαστικά τα προβλήματα, αγγγίζουμε απλώς την επιφάνεια των πραγμάτων, παρακολουθούμε περιπαιχτικά τα ζεϊμπέκικα Παπανδρέου – Τζέμ ένθεν και ένθεν του Αιγαίου. Ετσι, γιατί ο χρόνος έχει τον τρόπο του να μας κάνει να αποστρέφουμε το βλέμμα από τις πληγές του ελληνισμού που σκεπάστηκαν βιαστικά, στο όνομα της φυγής μας προς τα εμπρός. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε, να γίνει αλλιώς;