ΑΠΟΨΕΙΣ

Αντέχει η χώρα ασθενείς κυβερνήσεις;

Επιθετική σε πολλά σημεία η κυβερνητική πρόταση για τον νέο εκλογικό νόμο, διεγείρει αναμφισβήτητα την πολιτική συζήτηση και προκαλεί την κοινή γνώμη. Ομως αυτή η συζήτηση δεν μπορεί να αποκοπεί από την τρέχουσα πολιτική συγκυρία, ούτε να αποξενωθεί από τις πιεστικές πολιτικές συνθήκες που αντιμετωπίζει το κυβερνών κόμμα. Εμφανώς οι κυβερνητικές προτάσεις είναι μέρος του ευρύτερου σχεδίου ή καλύτερα της γενικευμένης προσπάθειας που έχει αναλάβει το κυβερνητικό κόμμα για την ανάκαμψή του, για την άμβλυνση κατά το δυνατόν των δυσμενών διαθέσεων της κοινής γνώμης. Και βεβαίως κατέχονται οι προτάσεις αλλαγής του εκλογικού νόμου από το σύνδρομο μιας πιθανής, επερχόμενης για πολλούς, εκλογικής ήττας.

Υπό το βάρος των παραπάνω παραδοχών δεν μπορεί παρά να προβληματίσει η προτεινόμενη ενίσχυση της αναλογικότητας του εκλογικού νόμου και η πριμοδότηση των εκλογικών συνασπισμών, καθώς δυσχεραίνουν την εξασφάλιση αυτοδυναμίας και ευνοούν την αντιπαράθεση ευρύτερων σχημάτων, πέραν του υφιστάμενου διπολισμού ΠΑΣΟΚ- Ν.Δ.

Ο ανεξάρτητος παρατηρητής διαισθάνεται ότι το κυβερνών κόμμα με τις δύο αυτές κεντρικές επιλογές επιχειρεί να καλυφθεί έναντι μελλοντικών κινδύνων. Ουσιαστικά ο κ. Σημίτης αντιλαμβανόμενος ότι η φθορά της παράταξης που ηγείται έχει βάθος και πιθανότατα να διαρκέσει στο χρόνο, προσπαθεί από τώρα να διευρύνει και να γενικεύσει το πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης. Το δίπολο ΠΑΣΟΚ – Ν.Δ. δεν εξασφαλίζει νίκη στο υφιστάμενο εξουσιαστικό σχήμα και γι’ αυτό προκρίνεται μέσω του προτεινόμενου εκλογικού νόμου το ευρύτερο δίπολο αντιπαράθεσης Κεντροαριστεράς – Κεντροδεξιάς, που κατά την άποψη των «κατασκευαστών» του εκλογικού νόμου προσφέρει περισσότερες ευκαιρίες νίκης, κυρίως στο μέλλον.

Θεωρούν -και ιστορικά ίσως έχουν δίκιο- ότι ο κεντροαριστερός χώρος είναι πολυπληθέστερος και επιτρέπει με μεγαλύτερη ευχέρεια τη συγκρότηση συνασπισμών κομμάτων, σε αντίθεση με εκείνον της Κεντροδεξιάς που μοιάζει πιο συμπαγής και δεν προσβλέπει σε συνεργασίες, ειδικά στην παρούσα ιστορική περίοδο, κατά την οποία δεν υπάρχουν κεντρώοι σχηματισμοί.

Επιτρέπεται όμως τέτοιοι υπολογισμοί, κατά βάση μικροκομματικοί και εξουσιαστικοί, να θέσουν υπό αμφισβήτηση το δοκιμασμένο και αποδοτικό στην ελληνική περίπτωση πλειοψηφικό σύστημα, το οποίο έδωσε σταθερές κυβερνήσεις και προσέφερε ομαλότητα στον πολιτικό βίο της μεταπολίτευσης; Είναι ώριμη η ελληνική κοινωνία να αποδεχθεί κυβερνήσεις συνεργασίας ή κυβερνήσεις ασθενούς πλειοψηφίας;

Γιατί κακά τα ψέματα το προτεινόμενο εκλογικό σύστημα παραπέμπει σε κυβερνήσεις ισχνής πλειοψηφίας ολίγων βουλευτών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη συνοχή και την αποφασιστικότητά τους. Τούτο είναι το μεγάλο ζήτημα και επ’ αυτού οφείλει να απαντήσει κατά κύριο λόγο η κυβερνητική πλειοψηφία, καθώς η πρόσφατη ελληνική εμπειρία των αρχών της δεκαετίας του ’90 δεν είναι η καλύτερη.