ΑΠΟΨΕΙΣ

Εκλογή μητροπολίτη Θεσσαλονίκης: το παρασκήνιο

Ηεκδημία του μακαριστού, πλέον, Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κυρού Παντελεήμονος επανέφερε στο προσκήνιο μια σειρά από σοβαρότατα θέματα, που κάποια στιγμή, επιτέλους, θα πρέπει να απασχολήσουν την ελλαδική Εκκλησία, η οποία κυρίως τα τελευταία 5 χρόνια, τα παρορά, για λόγους που μέχρι στιγμής δεν έχουν πείσει όσους γνωρίζουν τα εκκλησιαστικά πράγματα, σέβονται την ορθόδοξη παράδοση και κατέχουν τα νομοκανονικά ισχύοντα. Θα σταθούμε σε δύο, τα βασικότερα, από τα οποία αναδύονται άλλα, εξίσου σημαντικά ζητήματα, απότοκα όμως όλα τους αυτών που θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε.

Πρόκειται για τον τρόπο και τα κριτήρια εκλογής Μητροπολιτών και την τήρηση νόμων και κανόνων που διέπουν το ισχύον καθεστώς για την κανονική λειτουργία της Εκκλησίας της Ελλάδος και τις σχέσεις της με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Από της αναδείξεως του κ. Χριστοδούλου σε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πρόεδρο των δύο εκκλησιαστικών οργάνων της ελλαδικής Εκκλησίας (Διαρκής Ιερά Σύνοδος και Σύνοδος της Ιεραρχίας) παρατηρείται το φαινόμενο μιας διαρκώς προσπαθείας του να σχηματίσει «ισχυρή ομάδα», ώστε να επιβάλει τις δικές του απόψεις και θέσεις. Επιθυμεί ξεκάθαρα από πρόεδρος να καταστεί προκαθήμενος διά της «ισχύος» των ψήφων, ανατρέποντας τα όσα ορίζονται από τον Τόμο Αυτοκεφαλίας του 1850. Και με βάση αυτόν τον πατριαρχικό τόμο, που αποτελεί και νόμο του ελληνικού κράτους, συνταγματικά, μάλιστα, κατοχυρωμένο, η Εκκλησία της Ελλάδος ΔΕΕΧΕΙ ΠΡΟΚΑΘΗΜΕΝΟ, αλλά μόνο πρόεδρο. Προκαθημένη είναι η Σύνοδος της Ιεραρχίας. Μέσα όμως από τα «κουκκιά» ο κ. Χριστόδουλος προσπαθεί να ανατρέψει και τα όσα ορίζει ο Τόμος Αυτοκεφαλίας και εκείνα που προβλέπει η Πατριαρχική Πράξη του 1928, βάσει της οποίας παραχωρήθηκαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Εκκλησία της Ελλάδος προς διοίκηση οι Μητροπόλεις των Νέων Χωρών, δηλαδή των περιοχών που προσαρτίστηκαν στην Ελλάδα μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Αυτές οι Μητροπόλεις, Ηπείρου, Μακεδονίας, Θράκης και B.A. Αιγαίου ανήκουν πνευματικά στο Φανάρι, αναγνωρίζουν προκαθήμενό τους τον Πατριάρχη και παράλληλα, ουσιαστικά, συνδιοικούνται σχεδόν από τις δύο Εκκλησίες, αφού έχει λόγο και η Κωνσταντινούπολη σε διοικητικής φύσεως ζητήματα, βάσει των δέκα όρων της Πράξεως του ’28, διά την τήρηση των οποίων εγγυητής είναι το ελληνικό κράτος.

Ο δε μακαριστός Αρχιεπίσκοπος κυρός Σεραφείμ είχε φροντίσει την κατοχύρωση Τόμου και Πράξεως μέσω του ελληνικού Συντάγματος και του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος, εξασφαλίζοντας έτσι τα δικαιώματα του Πατριαρχείου του Γένους. Τώρα όμως, ο κ. Χριστόδουλος, επιθυμώντας φαίνεται την ανύψωσή του -σε Πατριάρχη άραγε;- επιχειρεί τον στόχο του, δημιουργώντας με τον χρόνο μια «δική του» ιεραρχία. Ετσι ελπίζει, μάλλον, να καταφέρει τις ανατροπές που θέλει, επειδή νομοκανονικά δεν το μπορεί. Ετσι έχει εκλέξει σε μητροπολίτη και τον τελευταίο διάκονο -δεν γνωρίζουμε αν υπάρχουν και άλλοι- που είχε ως μητροπολίτης στον Βόλο. Βεβαίως, όλα αυτά γίνονται με την ανοχή ή μάλλον τη «συνενοχή» διά της ψήφου τους, των περισσοτέρων ιεραρχών, των οποίων η ευθύνη είναι τεράστια για την απώλεια μιας πενταετίας που χάθηκε μέσα σε λόγια και «οράματα» χωρίς συνέχεια.

Τώρα, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. H χηρεύουσα Μητρόπολη Θεσσαλονίκης δεν είναι η οποιαδήποτε επισκοπή, χωρίς βεβαίως να επιθυμούμε να μειώσουμε και την πιο μικρή. Ομως, η Θεσσαλονίκη είναι ξεχωριστή, μας αρέσει δεν μας αρέσει. Θα πρέπει λοιπόν να εκλεγεί Μητροπολίτης μια επίσης ξεχωριστή προσωπικότητα με κύρος, αντάξια της ιστορίας του παρόντος αλλά και του μέλλοντος της συμπρωτεύουσας. Και για τους γνωρίζοντες Ιστορία, η Θεσσαλονίκη ήταν πάντα συμπρωτεύουσα σε σχέση με την Κωνσταντινούπολη, κι όχι με την Αθήνα, όπως θέλουν να λένε ορισμένοι, επιθυμώντας να μειώσουν τη βυζαντινή της μεγαλοπρέπεια. Σε αυτήν την εκλογή, επομένως, καλό θα είναι να υπάρξει συνεργασία της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο έχει άμεσο λόγο, όπως αυτός ορίζεται από την Πράξη του 1928.

Εάν δε η ελλαδική Εκκλησία δεν συμφωνεί σε μια τέτοια «κοινή προσπάθεια», που μπορεί να αποτελέσει και νέα αρχή προσέγγισης μεταξύ των δύο Εκκλησιών μετά μια πενταετή περίοδο αντιπαραθέσεων και τριβών, ασφαλώς και το Φανάρι θα πρέπει να ζητήσει απόλυτη εφαρμογή στα όσα ορίζει η Πράξη του ’28 για την εκλογή Μητροπολίτου στις Νέες Χώρες, στις οποίες ανήκει, πρώτη ιστορικά, η Θεσσαλονίκη. O πιστός λαός της συμπρωτεύουσας χρειάζεται έναν επίσκοπο άξιο, με κύρος και ανάλογη πνευματικότητα, που θα σκύψει επάνω στα καυτά προβλήματα της πόλεως που έχουν σχέση με την κοινωνία, τη φτώχεια, τους νέους, τους γέροντες, τον πολιτισμό κ.ά. H Θεσσαλονίκη, ξεκάθαρα να το πούμε, δεν αντέχει «χρυσές» ούτε «επίχρυσες» μετριότητες. Και καλύτερη λύση για μια εκλεκτή υποψηφιότητα είναι η προσέγγιση Αθηνών με το Φανάρι. Να επισκεφθεί ο κ. Χριστόδουλος τον κ. Βαρθολομαίο και να συζητήσουν το θέμα. Σε αντίθετη περίπτωση η Θεσσαλονίκη κινδυνεύει να μην αποκτήσει έναν Ιεράρχη αντάξιό της, και τα δύο βασικά προβλήματα στα οποία προαναφερθήκαμε θα διαιωνίζονται εις βάρος και του Γένους και της Ορθοδοξίας.

Η εκλογή Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης δίνει την ευκαιρία για μια νέα αρχή. Για αλλαγή νοοτροπίας στον χώρο της ελλαδικής Εκκλησίας. Είναι απαραίτητο να λειτουργήσει όχι μόνο τυπικά αλλά και ουσιαστικά η συνοδικότητα. Και βεβαίως, μέσα από την ουσιαστική λειτουργία της συνοδικότητος, είναι αναγκαίο να αλλάξει και ο τρόπος εκλογής Μητροπολιτών. Αν υπάρξει μια τέτοια νέα δυναμική, ασφαλώς και θα δημιουργηθούν και νέες προϋποθέσεις για σεβασμό στην τήρηση νόμων και κανόνων, με αποτέλεσμα την άμβλυνση στις σχέσεις με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, κάτι που το απαιτεί ολόκληρος ο Ελληνισμός. Γιατί είναι απαράδεκτο τα μικρά, ευτελή και προσωπικά να χωρίζουν τις δύο Εκκλησίες που επί της ουσίας αποτελούν ένα Σώμα και ως Γένος και ως Ορθόδοξη οντότητα.

Σημ.: Φθάνουν τον τελευταίο καιρό στα αφτιά μας οι πληροφορίες, πως μεγάλης ηλικίας ιεράρχες, με δεκαετίες διαποιμάνσεως, στις επαρχίες τους, έχουν γίνει γυρολόγοι. Γυρίζουν, δηλαδή, από Μητροπολίτη σε Μητροπολίτη παρακαλώντας την ψήφο του, ώστε να επιτύχουν το μεταθετό στη Θεσσαλονίκη. Ασχέτως της φιλοδοξίας του καθενός καλό θα ήταν να κινούνται πιο διακριτικά, γιατί έτσι προσβάλλουν το ποίμνιό τους. Πώς θα το αντικρούσουν εάν δεν πετύχουν την πολυπόθητη μετάθεση;