ΑΠΟΨΕΙΣ

Οταν οι έλεγχοι συσκοτίζουν

H ταραχή που έχει ξεσπάσει στη δημόσια ζωή της Βρετανίας μετά τον θάνατο του Ντέιβιντ Κέλι, ειδικού επιστήμονα που φέρεται ότι πληροφόρησε το BBC για την κυβερνητική «κατασκευή» στοιχείων ως προς τα υποτιθέμενα όπλα του Ιράκ, προδίδει ότι οι προτεραιότητες των επισήμων ελέγχων -και δη των ελέγχων νομιμότητας ή δεοντολογίας- συχνότατα απέχουν μακράν από τα κρίσιμα ερωτήματα που ενδιαφέρουν για την πολιτική αποτίμηση ενεργειών και παραλείψεων.

Ποιο είναι, πράγματι, το κρίσιμο πολιτικό ζήτημα στη Βρετανία; Οτι ο καθηγητής Κέλι, υπό τις πολλαπλές πιέσεις και ερωτήσεις ως προς το τι είπε στο BBC, έθεσε τέλος στη ζωή του (γιατί αν δολοφονήθηκε, είναι όντως τεράστιο το ζήτημα τού ποιος τον «αυτοκτόνησε»); Οτι το BBC και ο εμπλακείς δημοσιογράφος του δεν αποκάλυψαν τις πηγές τους, ότι παρέβησαν τα άρθρα χ, ψ της δεοντολογίας, ότι μεγαλοποίησαν τα στοιχεία που διέθεταν ως προς την κυβερνητική μαγειρική του οπλοστασίου – φαντάσματος του Σαντάμ; Ή μήπως, όπως βοά η χώρα, το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς και σε ποια έκταση, με ποιες μεθοδεύσεις και προς εξυπηρέτηση ποιας προειλημμένης απόφασης επίθεσης κατά του Ιράκ στήθηκε ένα σενάριο που παρουσίαζε έναν εξασθενημένο δικτάτορα ως απειλή κατά του πλανήτη;

Είναι μάλλον προφανές ότι τα ζητήματα είναι αυτά τα τελευταία – και, άρα, ότι οι έρευνες ως προς τη συμπεριφορά του BBC στρέφονται περί ένα ζήτημα περιθωριακού πολιτικού ενδιαφέροντος σε σχέση με το κρίσιμο ερώτημα. Ας υποθέσουμε ότι το BBC, με βάση τις πληροφορίες του εκλιπόντος, εκτίμησε δημοσιογραφικά ότι η υπόθεση ήταν πολύ μεγαλύτερη, κορυφή ενός παγόβουνου κατασκευής παραπλανητικών στοιχείων για τον οπλισμό του Ιράκ – και ότι έκανε το άλμα να «προεξοφλήσει» ως στοιχειοθετημένες κάποιες εύλογες μεν, αλλά μη στηριζόμενες σε αποδείξεις υποθέσεις του. Και; Μεταβάλλεται το γεγονός ότι το θέμα επιβεβαιώνεται, ότι τα περί αγοράς ουρανίου από τον Νίγηρα καταρρέουν, ότι ο ίδιος ο Τόνι Μπλερ ξεροβήχει σαν ψάλτης εν απορία; Οχι. Αυτό παραμένει το μεγάλο πολιτικό ζήτημα. Αντ’ αυτού, οι επίσημες ελεγκτικές διαδικασίες κινούνται στη «μικροανάλυση» τού ποιος είπε τι και ποια υποπαράγραφος ποιου άρθρου παραβιάστηκε. Πολύ εύστοχα, η παραιτηθείσα υπουργός Κλερ Σορτ μίλησε για επιχείρηση παραπληροφόρησης της κοινής γνώμης.

Οι ευθύνες του BBC, όπως και των λοιπών μέσων ενημέρωσης, σε άλλο έγκεινται: στο ότι τόσο καιρό συμμερίζονταν, κατ’ ουσίαν, τη ρητορική περί του Σαντάμ ως διεθνούς απειλής, παραμερίζοντας όχι μόνον το ερώτημα των αποδείξεων περί το οπλοστάσιό του, αλλά το ακόμη κρισιμότερο: αν, και υπό την εκδοχή ότι η Βαγδάτη διέθετε όπλα, αυτά συνιστούσαν όντως απειλή και αν, περαιτέρω, αυτή η απειλή ήταν αντιμετωπίσιμη μόνο με πόλεμο, με τον θάνατο χιλιάδων αθώων και την καταστροφή των σπιτιών τους. Η βαριά αυτή δημοσιογραφική παράλειψη θα βρει ιδανική ολοκλήρωση αν ο υπόλοιπος Τύπος ολισθήσει και πάλι τώρα στην παρακολούθηση των «επισήμων ελέγχων» περί δημοσιογραφικών κανονισμών αντί να αρθρώσει παράλληλο κριτικό λόγο στην κατάπνιξη του ουσιώδους πολιτικού θέματος.

Αυτά θα ήταν ίσως πολύ μακρινά για να αποτελούν θέμα σχολιασμού στην Ελλάδα, αν δεν είχαμε και εδώ τόσα δείγματα υποχώρησης της ουσιαστικής πολιτικής κριτικής έναντι της απλής αναφοράς του χ εισαγγελικού έργου ή του ψ χρηματιστηριακού ελέγχου – από την υπόθεση Οτσαλάν και τη δικαστική διαδικασία της «17 Νοέμβρη» μέχρι την εστίαση στο νομότυπο των συναλλαγών των βουλευτών και όχι στο τι πολιτικές προσωπικότητες, πολλώ μάλλον τι «σοσιαλιστές» αποκαλύπτονται μέσα από αυτές. Τελικώς, η εντολή «στον εισαγγελέα» αποτελεί όχι μόνον προσφιλή τακτική υπεκφυγής της πολιτικής εξουσίας προ ουσιωδώς πολιτικών σκανδάλων, αλλά και χρυσή λύση εκτροπής του δημοσίου ενδιαφέροντος και της δημοσιογραφικής προσοχής από την αμιγώς πολιτική έρευνα και κριτική σε ζητήματα δευτερευουσών παραβάσεων…