ΑΠΟΨΕΙΣ

Μονάδες ή ιδρύματα

Είμαστε ακόμη μακριά από κάποια μελλοντική εποχή όπου η ανθρωπότητα θα έχει επαρκώς εκπολιτιστεί ώστε να λύνει ειρηνικά τις όποιες διαφορές της, χωρίς καταφυγή στη βία. Εως τότε -προπάντων σε ορισμένες περιοχές του πλανήτη μας- θα χρειάζονται ένοπλες δυνάμεις, έστω ως σκιάχτρο για την αποτροπή επιθετικών πράξεων. Επομένως θα μπαίνει και θέμα κατάλληλης εκπαίδευσης των ανθρώπων που θα τις στελεχώσουν.

Θέμα δύσκολο γιατί η σύγχρονη εκπαίδευση ενός στρατιωτικού στελέχους οφείλει να ανταποκρίνεται σε πολλές αξιώσεις που δεν είναι εύκολα συμβιβάσιμες μεταξύ τους: οφείλει να δίνει υψηλό βαθμό τεχνικής κατάρτισης γιατί, στις μέρες μας, οι πολεμικές αναμετρήσεις στηρίζονται περισσότερο στην τεχνολογία και λιγότερο στην προσωπική ρώμη ή την προσωπική παλλικαριά. Οφείλει ακόμη να δίνει επαρκή γενική μόρφωση γιατί μόνο έτσι εξασφαλίζεται το ηγετικό κύρος, αφού, στις μέρες μας πάλι, με τη γενική άνοδο του μορφωτικού επιπέδου και με την τάση αμφισβήτησης των πάντων, το κύρος του «ανωτέρου» δεν είναι αυτονόητο, αλλά πρέπει πάντα να κερδίζεται. Παράλληλα -ίσως, προπάντων, ειδικά για τον τόπο μας- οφείλει να στεριώνει το δημοκρατικό ήθος, καθώς δεν ξεχνιέται ότι η τελευταία μεγάλη επιχείρηση των ενόπλων μας δυνάμεων, πριν από τριάντα πέντε χρόνια, ήταν όχι η αντιμετώπιση κάποιου εχθρού αλλά η εκστρατεία για την υποδούλωση του ελληνικού λαού.

Είναι κρίμα ότι το νομικό πλαίσιο για τη στρατιωτική εκπαίδευση στη χώρα μας εξακολουθεί να στηρίζεται στη ρύθμιση της χούντας, δηλαδή του καθεστώτος που πραγματοποίησε την πιο καίρια διαστροφή στη λειτουργία των ενόπλων μας δυνάμεων. Είναι ακόμη πιο κρίμα ότι ένα νομοσχέδιο που, πριν από είκοσι πέντε χρόνια σε καθεστώς ανανεωμένης δημοκρατίας, θέλησε να αναμορφώσει τη στρατιωτική εκπαίδευση, ήταν εμπνευσμένο από την ίδια χουντική νοοτροπία (και εγκαταλείφθηκε ύστερα από γενική κατακραυγή – ας μου συγχωρηθεί το καμάρι ότι είχα κι εγώ κάποια συμβολή σ’ αυτό). Αλλά το κρίμα γίνεται απαράδεκτο τώρα, που προωθείται στη Βουλή ένα καινούργιο νομοσχέδιο, ελαφρώς βελτιωμένο μεν (π.χ. στη συγκρότηση του εκλεκτορικού σώματος των καθηγητών ή του πειθαρχικού συμβουλίου), αλλά με πολλά από τα στίγματα του παρελθόντος. Ετσι το θέμα γίνεται πάλι επίκαιρο και επιβάλλει μια εξέταση εις βάθος, ώς τις ρίζες του προβλήματος και των λύσεων που προτείνονται. Οι παρούσες σκέψεις δεν είναι παρά μια πρώτη συμβολή σε αυτή την εξέταση.

Πέρα από τον συμβιβασμό των αξιώσεων που αναφέρθηκαν πιο πάνω, οι Στρατιωτικές Σχολές (Ευελπίδων, Δοκίμων, Ικάρων) έχουν να αντιμετωπίσουν και το δίλημμα: ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα (AEI) ή στρατιωτικές μονάδες; Ενώ διδάσκοντες και μαθητές θέλουν να είναι (για λόγους γοήτρου, αλλά και για λόγους προσόντων μετά την αποστρατεία) AEI, το Σύνταγμα ρητά επιβάλλει τα AEI να είναι «πλήρως αυτοδιοικούμενα», πράγμα για λίγους λόγους ασυμβίβαστο με την πειθαρχία που χαρακτηρίζει κάθε στρατιωτική μονάδα. H λύση ότι οι στρατιωτικές σχολές «λογίζονται» ή «είναι ισότιμες» προς AEI δεν είναι παρά μια ρητορική διέξοδος.

Στο νομοσχέδιο που προωθείται φυσικά διατηρείται -και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς- η θέση του διοικητή που, από μόνη της, αναιρεί κάθε έννοια «αυτοδιοίκησης». Απόπειρα εξωραϊσμού αποτελεί η πρόβλεψη ότι υπάρχει «εκπαιδευτικό συμβούλιο» που είναι η «ανώτατη εκπαιδευτική αρχή» της Σχολής. Ανώτατη; Ανώτερη και από τον διοικητή; Αλλά και αυτό το εκπαιδευτικό συμβούλιο συγκροτείται με πλειοψηφία στρατιωτικών, δηλαδή αξιωματικών ιεραρχικά κατωτέρων από τον διοικητή και, επομένως, υποχρεωμένων να πειθαρχούν σε αυτόν. Και αυτό το εκπαιδευτικό συμβούλιο με τη στρατιωτική πλειοψηφία παίζει αποφασιστικό ρόλο στη συγκρότηση του εκλεκτορικού σώματος για τους καθηγητές, κάθε ειδικότητας ακόμη και άσχετης με τα στρατιωτικά μαθήματα.

Η εκλογή του προσωπικού

Αυτό το θέμα της εκλογής του διδακτικού προσωπικού έχει, από πολλές πλευρές, ιδιαίτερη σημασία. Οχι μόνο γιατί τα εκλεκτορικά σώματα καθορίζονται από το εκπαιδευτικό συμβούλιο με τη στρατιωτική πλειοψηφία του. Το πρόβλημα θα υπήρχε και αν το εκλεκτορικό σώμα απαρτιζόταν μόνο από πολίτες: σε μια στρατιωτική σχολή αναγκαστικά θα υπάρχουν πολίτες καθηγητές από πολλές και άσχετες μεταξύ τους ειδικότητες, για παράδειγμα, πιθανότατα, ένας φιλόλογος, ένας μαθηματικός, ένας ιστορικός, ένας νομικός ή ένας οικονομολόγος. Πώς θα γινόταν η εκλογή σε όποια βαθμίδα; O φιλόλογος, ο μαθηματικός και ο ιστορικός θα ψήφιζαν για τον νομικό; ΄H ο νομικός και ο οικονομολόγος για τον μαθηματικό και τον φιλόλογο;

Το κακό ενός τέτοιου συστήματος δεν είναι μόνο ότι δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους να μην εκλέγονται οι καλύτεροι. Είναι προπάντων ότι έτσι αποτρέπονται οι καλύτεροι από την υποβολή υποψηφιότητας. Γιατί ένας σοβαρός υποψήφιος είναι πολύ πιθανό ότι δεν θα θελήσει καν να υποβληθεί, για την εκλογή του και για την εξέλιξή του στην κρίση προσώπων ασχέτων με την επιστήμη του. Ετσι, όμως, καταδικάζονται οι στρατιωτικές σχολές να μην έχουν παρά υποψήφιους και καθηγητές δεύτερης διαλογής, όλους όσοι αισθάνονται ότι δεν θα είχαν ελπίδες σταδιοδρομίας αν υποβάλλονταν στην κρίση των ομοτέχνων τους. Πολύ περισσότερο που, στη στρατιωτική σχολή, έτσι κι αλλιώς θα διδάσκει σε ένα ακροατήριο χωρίς επιστημονικά ενδιαφέροντα ένα μάθημα που από τα πράγματα θα θεωρείται δευτερεύον, ξένο προς τα ενδιαφέροντα, τις προοπτικές και τις φιλοδοξίες των μαθητών.

Προσωπικό κατ’ απόσπαση

Ισως η λύση του προβλήματος θα μπορούσε να αναζητηθεί στην κατεύθυνση ενός θεσμού που δεν είναι άγνωστος στην ανώτατη εκπαίδευση και που θα μπορούσε να ονομαστεί «δανεισμός διδακτικού προσωπικού». Οι καθηγητές θα ανήκαν οργανικά στο πανεπιστημιακό Τμήμα όπου επιστημολογικά κατατάσσεται το αντικείμενο της επιστήμης τους (το «γνωστικό αντικείμενό» τους), προσωρινά όμως θα υπηρετούσαν στη στρατιωτική σχολή που τους χρειάζεται. Αυτή η «απόσπαση» θα γινόταν ύστερα από αίτηση της στρατιωτικής σχολής, αλλά με επιλογή της σχολής προέλευσης και θα εξοπλιζόταν με κάποια κίνητρα (για την περαιτέρω εξέλιξη ή και μισθολογικά). Ετσι, η Στρατιωτική Σχολή θα διατηρούσε τον χαρακτήρα στρατιωτικής μονάδας και το πολιτικό διδακτικό προσωπικό δεν θα αποκοβόταν από τις επιστημονικές του καταβολές, προπάντων κατά την εκλογή του ή κατά τη συμμετοχή του στις εκλογές ομοτέχνων.

Το σύστημα αυτό -που εδώ παρουσιάζεται σε γενικές γραμμές και ασφαλώς χρειάζεται περισσότερη επεξεργασία- θα έπρεπε μάλιστα να ισχύσει γενικότερα σε όλη την ανώτατη εκπαίδευση (άλλωστε εφαρμόζεται ήδη σε ένα βαθμό): αν, για παράδειγμα, ένα Τμήμα Οικονομικών Επιστημών χρειάζεται κάποια νομικά μαθήματα ή ένα Νομικό Τμήμα χρειάζεται κάποια μαθήματα οικονομικά, δεν είναι ανάγκη να έχει τους δικούς του νομικούς ή αντίστοιχα, τους δικούς του οικονομολόγους? αυτοί θα ανήκουν οργανικά (και θα εκλέγονται και θα εκλέγουν) στο Τμήμα όπου ανήκει η επιστήμη τους, αλλά θα υπηρετούν προσωρινά στο Τμήμα που τους χρειάζεται.

Για να γυρίσουμε όμως στις Στρατιωτικές Σχολές, το νομοσχέδιο που προωθείται, λιγότερο κακό από το ισχύον καθεστώς και από το προηγούμενο νομοσχέδιο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητικό. Το θέμα έχει μεγάλη σημασία και για τις ένοπλες δυνάμεις, αλλά και για την κοινωνία ολόκληρη (που πληρώνει τη λειτουργία τους και μπορεί να πληρώσει βαρύτερα την κακολειτουργία τους). Προκειμένου να δημιουργηθούν καταστάσεις μη αναστρέψιμες, είναι προτιμότερο να αναβληθεί για να υπάρξει μια ανοιχτή συζήτηση εις βάθος.