ΑΠΟΨΕΙΣ

Χύμα στο κύμα

Ηνοσταλγία δεν ταιριάζει στους μήνες του καυτού καλοκαιριού. Αυτοί είναι από μόνοι τους παρόντες, αφοπλιστικοί, απαιτητικοί, σου ζητούν την πλήρη και άνευ όρων υποταγή, διαγράφουν από την ατζέντα τις αρνητικές σου σκέψεις, σου δίνουν αέρα ανανέωσης κι ας ξέρεις πως είναι κίβδηλες οι υποσχέσεις τους. Για τον σύγχρονο άνθρωπο, που ‘χει αφήσει πίσω του τους ορθολογισμούς των περασμένων αιώνων, τον υλισμό και την τεχνοκρατία, είδωλα και εικόνες με τις οποίες ηθελημένα ταυτίστηκε, οι μήνες του καλοκαιριού είναι εδώ για ν’ αλωνίζουν στο κορμί του, να του κλέβουν την ψυχή, να στήνουν χορούς γύρω απ’ το είναι του, να τον συνθλίβουν με τις εξωπραγματικές τους δυνάμεις.

Τι κι αν τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα τα μεγάλα γεγονότα στις λεωφόρους της διεθνούς επικαιρότητας. Τι κι αν χάσκουν αποκρουστικά στις τηλεοπτικές οθόνες τα διάτρητα από σφαίρες κορμιά των γιων του Σαντάμ Χουσεΐν. Τι κι αν διαπληκτίζονται οι Αμερικανοί αναλυτές για το κατά πόσον η κυβέρνηση Μπους, σκοτώνοντας τους γιους του, αντί να τους συλλάβει, έχασε την ευκαιρία να πετύχει μια στρατηγική νίκη. Να τους οδηγήσει σε ομολογίες δυνατές, ικανές να μας πείσουν πώς τούτος ο πόλεμος δεν ήταν παρά ένας μονόδρομος για την ανθρωπότητα.

Θα συμφωνήσετε πως το ψέμα μοιάζει με λίγο με το θειϊκό οξύ. Διαβρώνει τη νομιμότητα των κυβερνήσεων που καταφεύγουν σ’ αυτό. Είναι γεγονός πως κάθε μέρα που ρίχνουμε πίσω μας, γίνεται διαυγέστερο πως ο Μπους και το συνεταιράκι του ο Μπλερ, πήγαν στον πόλεμο χωρίς μπαλάσκες και πυρομαχικά. Πήγαν με όπλο τους το ψέμα. Και είναι ένα θέμα αυτό για μας που προ καιρού έχουμε πάψει να ‘μαστε πλάσματα μετέωρα, αλλά αιχμαλωτίζουμε το ειδικό μας βάρος με ευχέρεια και το εντάσσουμε στην εξελικτική διαδρομή των ιστορικών συνθηκών.

Ομως, με τον Σαντάμ Χουσεΐν να γυροφέρνει σαν αρπακτικό τους αρχαιολογικούς τόπους της Μεσοποταμίας, μοιρολογώντας τους χαμένους γιους, με τον μικροβιολόγο Ντέιβιντ Κέλι να έχει γυρίσει την πλάτη στα παυσίπονα που βρέθηκαν κοντά στο σημείο όπου αυτοκτόνησε και με τον X αμερικανικό στρατιώτη να κόβει τις γεφυρες με ό,τι επέλεξε να αγαπήσει, δεν θα μου έκανε την παραμικρή εντύπωση αν μου λέγατε: φτάνει πια. Αν μου θυμίζατε, δηλαδή, πως ο ταλαντούχος άνθρωπος μπορεί και γίνεται ένα κουβάρι τόσο δα και να κλείνεται στον εαυτό του. Μπορεί να βάζει ωτοασπίδες και να τσαλαβουτάει κατακαλόκαιρο στην άκρη της θάλασσας, ρίχνοντας στην καλύτερη περίπτωση βλέμματα γεμάτα νόημα στη γυμνόστηθη καλλονή που αφήνεται στο εικονικό του χάδι. Και στη χειρότερη, να αναπολεί τις γόνιμες περιόδους του παραμυθιού, τους μύθους των αιώνων που πέρασαν, τις παραδόσεις, το λάξεμα της ψυχής. Γιατί αν παρεκκλίνει αυτής της πορείας, θα γίνει κι αυτός ένα με το ψέμα που σαν το νιτρικό οξύ θα δηλητηριάσει για πάντα το γήινο κορμί του.