ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενδοσκοπος

Την απώλεια κάθε ικανότητας της μετά το 1974 ηγέτιδας τάξης για εθνική αξιοποίηση του συστήματος εξουσίας που παρέχει το πολίτευμα, επιβεβαιώνει αρκετά ικανοποιητικά σήμερα η πολιτική ηγεσία K. Σημίτη. O τρόπος διακυβέρνησης, οι συμμαχίες της με τα πλέον αντι-παραγωγικά κρατικοδίαιτα επιχειρηματικά «λόμπι», η έλλειψη πολιτικής φαντασίας και τόλμης, η έλλειψη συχνά ακόμη και κοινού πρακτικού νου, καθώς και τα χαμηλής αισθητικής ποιότητας γούστα της, όλα αυτά πείθουν κάθε στοιχειωδώς απαιτητικό πολίτη, ότι κανενός είδους πολιτική αριστοκρατία δεν κυβερνά την Ελλάδα.

Η χώρα διοικείται τώρα από ένα παρηκμασμένο, αδύναμο ΠΑΣΟΚ, που έχει απέναντί του στη θέση του έτερου «μεγάλου» αστικού κόμματος μιαν επί έτη υπνωτισμένη Νέα Δημοκρατία, η οποία μόνον τελευταίως δείχνει να έχει τη διάθεση για την επίδειξη ενεργητικότητας. H πολύ κακή κατάσταση του αντιπάλου της, έχει προφανώς πείσει την ηγεσία της Ν.Δ., ότι κάτι καλύτερο πρέπει να κάνει από την πλευρά της, για να μην είναι αύριο η χώρα ακυβέρνητο σκάφος μέσα σε θύελλες.

Πραγματικές «ελίτ» δεν παράγονται από τα δύο μεγάλα αστικά κόμματα, αφού και τα δύο ουδέποτε από τη μεταπολίτευση (1974) και πέρα θεώρησαν ως σημαντικό εθνικό στόχο τη δημιουργία βάσης προϋποθέσεων για τέτοια παραγωγή. Αποτέλεσμα αυτής της έλλειψης είναι να έχουν πλέον γεμίσει τα δύο κόμματα εξουσίες με παλαιομοδίτες πολιτευτές, με φιλόδοξους, πλην πολιτικά ατάλαντους, «γιάπηδες», με χομπίστες ερασιτέχνες της «πολιτικής», καλλιτέχνες, δημοσιογράφους και αθλητές, με συγγενείς (κληρονόμους) παλαιών πολιτικών και με διάφορους «μοδάτους» και «διάσημους» του νεόπλουτου αθηναϊσμού.

Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό οι ολίγοι (εντός κομμάτων) διαθέτοντες αληθινά προσόντα για μια οργανωμένη ανάληψη ευθυνών πολιτικής διοίκησης της χώρας ελάχιστα μπορούν να προσφέρουν. Και δεν είναι, βεβαίως, παράξενο το ότι με τον καιρό η πολιτική άρχισε να θεωρείται από πολλούς μια κακόφημη και πάντως χαμηλής ποιότητας απασχόληση στην Ελλάδα.

Παραδομένοι στο life style

Φωνάζουν κάποιοι πολιτικοί του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ. ότι είναι άδικο αλλά και επικίνδυνο για τη δημοκρατία να «ισοπεδώνονται» στη συνείδηση της κοινής γνώμης όλων των ποιοτήτων οι πολιτικοί και να δυσφημίζεται διαρκώς η πολιτική στην Ελλάδα. Ομως, και οι εκφράζοντες τέτοια διαμαρτυρία (ορισμένοι από αυτούς καλής ποιόητας πολιτικοί), δεν κάνουν τίποτε προκειμένου να αναβαθμισθεί με συγκεκριμένους τρόπους η ποιότητα της ελληνικής πολιτικής και των υπηρεσιών της. Ετσι, είναι πλέον πολύ δύσκολο να πείσει σήμερα κανείς έναν μέσο παραγωγικό πολίτη ότι η χρησιμότητα της πολιτικής τάξης εξουσίας, η οποία παρήχθη από τη μεταπολίτευση και πέρα, δεν έχει πάρει τέλος.

Εύποροι, καλογυαλισμένοι, κοσμικοί, διαρκώς χαμογελαστοί, παραδομένοι ευχαρίστως στους κανονισμούς μιας ελληνικής εκδοχής επαρχιώτικου αμερκανικού life style, οι «πρώτης γραμμής» πολιτικοί «αστέρες» και οι νεότεροι «σταρ» (συγγενείς συνήθως παλαιών πολιτικών οικογενιεών ή χαριτωμένης «μοντέρνας» εμφάνισης) που προστίθενται στον εκλεκτό κόσμο τους, δεν είναι σε θέση -δεν διαθέτουν καν τον ελάχιστο απαιτούμενο χρόνο- να ασκήσουν την (υψηλή) τέχνη της πολιτικής.

Δεν προέρχονται από καμιά αληθινή «ελίτ» και δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσουν την πολιτική δραστηριότητα από τις «επικοινωνιακές» (διαφημιστικές) ανάγκες και από τις δημόσιες σχέσεις τους, γενικώς.

Εκτός πολιτικής

Οι ηγεσίες των δύο μεγάλων αστικών κομμάτων γνωρίζουν φυσικά ότι το πολιτικό προσωπικό που η κάθε μια παρατάσσει ως κυβερνητική δύναμη της απόλυτης επιλογής της είναι ανεπαρκές και ότι πραγματικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας νέας πολιτικής «ελίτ» δεν υφίστανται. Προκειμένου να «απαντήσουν» σε αυτό το πρόβλημα οι ηγεσίες προσπαθούν να δώσουν στην κοινή γνώμη εντυπώσεις «ανανέωσης» και «φρεσκάδας» των κομμάτων τους, προσθέτοντας στις τάξεις τους πρόσωπα, τα οποία υποτίθεται ότι θα εμπλουτίζουν πολιτικά τις υπάρχουσες δυνάμεις.

Βιαστικά, σπασμωδικά, χωρίς πολιτική βάση, αλλά στηριγμένα μόνο σε λογικές «επικοινωνιακές» εν όψει εκλογικής σύγκρουσης αυτά τα «ανοίγματα» αφορούν πρόσωπα που προσφέρονται να τα υπηρετήσουν λόγω του ότι για διάφορους λόγους το καθένα βρίσκονται εκτός κεντρικής πολιτικής σκηνής, όπως είναι οι περιπτώσεις των κ. N. Μπίστη και Κοντογιαννόπουλου για το ΠΑΣΟΚ, και αυτές των κ. Δ. Αβραμόπουλου, Αντ. Σαμαρά και άλλων για τη Νέα Δημοκρατία.

Μπορεί αυτά τα «ανοίγματα» να φέρουν κάποιες πρόσθετες ψήφους στα δύο κόμματα, μπορεί και όχι. Βέβαιο είναι όμως, ότι η προσθήκη αυτών των προσώπων στο υπάρχον προσωπικό εξουσίας δεν αποφέρει ΤΙΠΟΤΕ σε επίπεδο ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ στα δύο μεγάλα κόμματα, τα πολιτικο-ιδεολογικώς μαραμένα εδώ και καιρό.

Δεν ζητούν πολλά οι πολίτες

Ο χρόνος που απομένει έως τις επόμενες εκλογές είναι φυσικά πολύ μικρός για να μπορέσει, αν θα το ήθελε, μια ηγεσία να ανανεώσει στα αλήθεια τον ιδεολογικό-πολιτικό εξοπλισμό του κόμματός της προσεχώς. Τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας είναι καταδικασμένα πλέον να πορευθούν έως τις εκλογές, σε μια κρισιμότατη για το μέλλον της χώρας περίοδο, με τα λίγα συμβατικά όπλα που σήμερα διαθέτουν. Κι αυτό σημαίνει, βεβαίως, ότι την επόμενη των εκλογών, η παράταξη που θα σχηματίζει κυβέρνηση ενώπιον όγκου οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, δεν θα έχει προκύψει από καμία νέα πολιτικά παραγωγική διαδικασία.

Η ελληνική κοινή γνώμη δεν αγνοεί το πρόβλημα? γι’ αυτό και ήδη έχει σχηματίσει άποψη για την αξία και την αξιοπιστία των σημερινών πολιτικών δυνάμεων εξουσίας. Ετσι στις επόμενες εκλογές αυτό που πρόκειται αναγκαστικώς να κριθεί είναι το αν θα παραμείνει ή όχι στη διακυβέρνηση της χώρας ένα κόμμα, που λόγω μακράς παραμονής του στην εξουσία έχει δημιουργήσει ένα ολόκληρο «σύστημα» με δυνάμεις «ημετέρων», που μπλοκάρουν κάθε εκτός κρατικών «προστασιών» και προμηθειών αληθινά παραγωγική δραστηριότητα στην Ελλάδα. Θα κληθεί το εκλογικό σώμα να αποφασίσει με τις ψήφους του, αν θεωρεί πως το «εκσυγχρονιστικό» ΠΑΣΟΚ, έτσι όπως κατέληξε να είναι έχει να προσφέρει μετεκλογικώς στη χώρα δυνάμεις καλύτερες και υγιέστερες, άλλες από αυτές που σήμερα εμφανίζει να διαθέτει, και αν εκτιμά ότι θα είναι προς το συμφέρον της ελληνικής κοινωνίας η διαχείριση των εθνικών πραγμάτων από την ομάδα των «εκσυγχρονιστών» του κ. K. Σημίτη για άλλη μια τετραετία.

Είναι, δηλαδή, η ακραία περίπτωση αυτού του αποτυχημένου μετά το 2000 αλαζονικού και αυταρχικού «εκσυγχρονιστικού» ΠΑΣΟΚ το στοιχείο που καθορίζει τον χαρακτήρα της μάχης που έχει ήδη αρχίσει σκληρή μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων.

Αυτό το πολιτικά «μπουκωμένο» ΠΑΣΟΚ μάχεται η Νέα Δημοκρατία, η ηγεσία της οποίας υπολογίζει πολύ περισσότερο στη μεγάλη δυσφορία που προκαλεί στην πλειοψηφία των πολιτών η κυβερνητική παράταξη και πολύ λιγότερο σε μια πεποίθηση που έχει εμπεδωθεί στην κοινή γνώμη για δικές της μεγάλες κυβερνητικές ικανότητες στη βάση μιας «άλλης» πολιτικής.

Αυτή η ακραία περίπτωση του «εκσυγχρονιστικού» ΠΑΣΟΚ, που ακαταστάτως, έως και αδιαφανώς σε κάποιες περιπτώσεις διαχειρίζεται ένα σημαντικό ποσοστό του δημόσιου χρήματος και το οποίο παράγει μιαν ιδιότυπη «ανάπτυξη» υπέρ των ολίγων, είναι το στοιχείο που καθορίζει ήδη τα πρωτοβάθμια αιτήματα των πολιτών που έχουν αποφασίσει να ψηφίσουν υπέρ της Ν.Δ. προσεχώς ή σκέπτονται να το πράξουν. Ζητείται από τους πολλούς ανήσυχους, ανασφαλείς και απογοητευμένους πολίτες μια περίοδος διακυβέρνησης, στη διάρκεια της οποίας θα ήταν δυνατόν να αποκατασταθεί μια τάξη πραγμάτων στις σχέσεις των κυβερνώντων με την οικονομία, ένας ορθολογισμός στη λειτουργία των κρατικών υπηρεσιών, μια καλύτερη κατανομή και διαχείριση των πόρων, που αφορούν υπηρεσίες Υγείας και Εκπαίδευσης και δίπλα σε αυτά ζητείται η επίδειξη μιας καλύτερης συμπεριφοράς κυβερνώντων προς την κοινωνία, μιας συμπεριφοράς που να διαφέρει από αυτήν που έχουν υιοθετήσει, προκαλώντας συχνά το δημόσιο αίσθημα ουκ ολίγοι «εκσυγχρονιστές» της «πρώτης γραμμής». Από εκεί και πέρα, δεν περιμένει πολύς κόσμος, νομίζουμε, από τη Ν.Δ. την εμφάνιση μιας αξιόλογης πολιτικής «ελίτ», διαθέτουσας ένα νέο εθνικό σχέδιο ανάπτυξης, για τον απλό λόγο ότι καμιά σημαντική δουλειά δεν έχει γίνει και από το κόμμα αυτό προς μια τέτοια κατεύθυνση. Από απόψεως πολιτικής, την επομένη των εκλογών και το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία θα βρίσκονται εκεί όπου βρίσκονται σήμερα. Φτωχοί όσο και τώρα. Και αργότερα, βλέπουν…