ΑΠΟΨΕΙΣ

Ελλάδα μην… τρέχεις

Με αφορμή τη σφυγμομέτρηση του Ευρωβαρόμετρου, στην οποία οι Ευρωπαίοι εκτίμησαν κατά 59% ότι το Ισραήλ είναι η χώρα που κυρίως απειλεί την ειρήνη, λέγαμε στα μέσα της εβδομάδας ότι το ερώτημα «ποια χώρα απειλεί την ειρήνη;» είναι πολύ πιθανότερο να απαντηθεί με βάση μία απαξιωτική ηθική (εντύπωση και) κρίση, παρά με μία ηθικώς γυμνή ρεαλιστική πολιτική πρόβλεψη ως προς την πιθανότητα συρράξεων. Ωστε η απάντηση έχει, ίσως, να κάνει πολύ περισσότερο με το ποιος παρουσιάζεται άδικος και επιθετικός, παρά με το ποιος πιθανολογείται ότι όντως θα προκαλέσει πόλεμο.

Μία μέρα μετά, ήρθε μία άλλη μέτρηση, η Ευρωπαϊκή Κοινωνική Ερευνα, συντονισμένη στην Ελλάδα από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, να θέσει το ζήτημα πώς μπορεί να γίνονται αντιληπτά τα ερωτήματα και, άρα, πώς πρέπει να «διαβάζονται» οι απαντήσεις. Και αυτό πριν φθάσει κανείς στην αποτίμηση του γενικού συμπεράσματος (ότι «η Ελλάδα προχωρά πιο γρήγορα από τους Ελληνες»), για την οποία, αφού πρόκειται για σύγκριση μεγεθών, πρέπει κανείς να ερμηνεύσει όχι μόνον τις απαντήσεις των «ερευνωμένων», αλλά και τις παραδοχές του ερευνητή (π.χ. ως προς την πεποίθησή του ότι η Ελλάδα «προχωρά» και δη με ταχύτερο… βηματισμό από τους ανθρώπους της).

Πώς, αλήθεια, γίνονται αντιληπτά τα ερωτήματα; Τι νοεί το 83,3% που συμφωνεί -«απόλυτα» ή… απλώς- με τη φράση «όποιες και αν είναι οι περιστάσεις, πρέπει πάντα να υπακούει κανείς τον νόμο»; Είναι αυτοί οι οκτώ στους δέκα τόσο… θετικιστές, ώστε θα ερυθριούσε και ο Κέλσεν; Είναι τόσο «καθεστωτικοί», ώστε να υπακούουν ό,τι πει ο νομοθέτης, ακόμη και όταν γι’ αυτόν τον νομοθέτη, δηλαδή τους πολιτικούς (αφού ο «νομοθέτης» δεν είναι κανένα υπερβατικό υποκείμενο), πιστεύουν ότι ενδιαφέρεται κυρίως για τις ψήφους (83,9%) και ότι ελάχιστα νοιάζεται για το τι σκέφτονται οι άνθρωποι (77,7%); Είναι, σαν να λέμε, όλοι αυτοί πρόθυμοι να μη σταθμεύουν όπου έχουν σπαρεί οι χιλιάδες απαγορευτικές πινακίδες (δηλαδή παντού) ή έτοιμοι να υποταγούν στην απαγόρευση να κτίζουν υπόγεια υπερυψωμένα άνω των 80 εκατοστών; Είναι έτοιμοι να μην κλείνουν την εθνική οδό, ό,τι τιμή και αν δοθεί για τα γεωργικά προϊόντα; Ή μήπως η απάντησή τους δεν υποδηλώνει καμιά τόσο πειθήνια αποδοχή, αλλ’ αντανακλά απλώς το αίσθημα ότι οι νόμοι δεν εφαρμόζονται -οπότε το «πρέπει να υπακούουμε» εκφέρεται κυρίως ως επισήμανση ότι δεν το κάνουμε;

Τι σημαίνει, αναλόγως, ότι το 85,1% θεωρεί τη θρησκεία «αξία σημαντική στη ζωή»; Οι άνθρωποι αυτοί είναι «θρήσκοι»; Τότε γιατί το 44,5% δηλώνει ότι πηγαίνει στην Εκκλησία μόνον Πάσχα και Χριστούγεννα (δηλαδή στην Ελλάδα… μόνον Πάσχα) ή ακόμη σπανιότερα; Τι είναι αυτοί, free agents προσευχόμενοι κατ’ οίκον; Ή μήπως το τόσο ισχυρό ποσοστό υποδηλώνει απλώς τη σημασία των ορθόδοξων παραδόσεων στη νεοελληνική εθνική διαδρομή και ένα αίσθημα διάβρωσης των ηθικών συνεκτικών δεσμών μας; Ακόμη και η «ξενοφοβία» πώς αποτιμάται, αν σκεφτούμε ότι μια τόσο μικρή χώρα υποδέχθηκε κοντά 1,5 εκ. μετανάστες σε δέκα χρόνια και κάτι, χωρίς να καταγραφούν ιδιαίτερα κρούσματα βίας;

Δεν ξέρω πού διαγιγνώσκει κανείς ότι η Ελλάδα «προχωρά» δα τόσο γρήγορα (τόσο, ώστε να είναι ουραγός στην E.E.) και ότι έχει «ασφαλές πλαίσιο συμμαχιών», όταν ο πόλεμος ήρθε τα τελευταία χρόνια στα Βαλκάνια, όταν η E.E. ή πάντως ο κυρίως «ευρωπαϊκός» της άξονας έχει έντονες τριβές με τις ΗΠΑ, όταν η τουρκική απειλή είναι σε στρατηγικά μεγέθη αμείωτη και μας υποχρεώνει σε εξοπλισμούς τρισεκατομμυρίων. Δεν ξέρω ούτε πόσα σημαίνει το «ισχυρό νόμισμα» για την οικονομική ασφάλεια των κατοίκων, όταν οι πάντες μιλούν για ακρίβεια και για οικονομία υπό πίεση μετά το 2004. Διάβασα, όμως, ότι το 87,9% ζητεί κυβερνητική παρέμβαση για τη μείωση των εισοδηματικών διαφορών και ότι το 63,5% κρίνει ότι πρέπει να είναι κανείς επιφυλακτικός στις σχέσεις του με τους ανθρώπους (homo homini lupus, που λέμε) και σκέπτομαι ότι οι Ελληνες εκφράζουν με τον τρόπο τους την ευρύτερη δυσφορία που προκαλεί στην Ευρώπη η επέκταση νεοφιλελεύθερων συνταγών και η πρόοδος προς κοινωνίες εντονότερου ατομισμού. «Πρόοδος». Με την απλή έννοια της πορείας από ένα στάδιο σε άλλο – και όχι εκείνην της ποιοτικής βελτίωσης (τύπου «καλή πρόοδο»). Γιατί πού «προχωρά» η Ελλάδα δεν έχει φανεί ακόμη, ώστε να ξέρουμε αν, με την άλλην έννοια, «προοδεύει».