ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι θα κριθεί στις εκλογές

Ανεξάρτητα από τις ποικίλες επικοινωνιακές επινοήσεις, από τη φύση τους πρόσκαιρες και παροδικές, τι στην ουσία θα κριθεί στις επόμενες εκλογές;

Το πρώτο που θα κριθεί είναι το λεγόμενο νέο «πολιτικό σκηνικό», όπως επικράτησε να αποκαλείται στη δημοσιογραφία η διάταξη των πολιτικών δυνάμεων. Δεν χρειάζονται οι δημοσκοπήσεις (οι οποίες περισσότερο χειραγωγούν την κοινή γνώμη παρά καταγράφουν τις τάσεις της) για να προβλέψει κανείς ότι θα ενισχυθούν τα δύο μεγάλα κόμματα, τα οποία ενδεχομένως θα συγκεντρώσουν το 85%-90% των ψήφων, εις βάρος των μικρότερων κομμάτων. Μερικοί υποστηρίζουν ότι το αποτέλεσμα αυτό είναι εκ των προτέρων σκηνοθετημένο από κάποιες μυστηριώδεις δυνάμεις, μερικές από τις οποίες παρεπιδημούν στο κέντρο κάθε σατανικής σκέψης, στις ΗΠΑ. H άποψη αυτή είναι πολύ βολική και… αναπαυτική (ένα άλλοθι αποτυχίας) που ούτε καν τις ξένες επιρροές ερευνά με σοβαρότητα.

Στη χειρότερη περίπτωση τα μυστηριώδη «κέντρα», εγχώρια και ξένα, επέλεξαν τα δύο μεγάλα κόμματα για να «κάνουν τη σατανική δουλειά τους» επειδή αυτά έχουν τη μέγιστη λαϊκή απήχηση και, πριν από τα «κέντρα», τα επέλεξε ο ελληνικός λαός για να «κάνει τη δική του δουλειά». Εκείνο που λείπει από τα άλλα κόμματα, ιδιαίτερα από την Αριστερά, είναι πρωτίστως η επαφή με τον λαό, τη ζωή του και τις προοπτικές του. Ετσι έχουν την άνεση να μιλούν για τον λαό, χωρίς τον λαό. Αλλιώς, δεν εξηγείται πώς επί τριάντα χρόνια εργολαβικώς ανέλαβαν την υποστήριξη του «λαού», χωρίς να έχουν αντίστοιχη απήχηση. Ετσι, η υποστήριξη του «λαού» χωρίς πολιτικό αντίκρισμα κατάντησε ανιαρή φλυαρία. Συμβαίνει κάτι χειρότερο: συνθήματα της Αριστεράς συχνά έχουν ασήμαντο πολιτικό αποτέλεσμα και βρίσκουν την αποτελεσματικότητά τους μόνο όταν υιοθετούνται από το ένα εκ των δύο μεγάλων κομμάτων. Αυτό η Αριστερά το ονομάζει «κλοπή» ιδεών και συνθημάτων, αλλά δεν είναι.

Αν, μαζί με τα δύο μεγάλα κόμματα, θα ενισχυθεί και ο δικομματισμός, δηλαδή ο χαρακτήρας της μεταξύ τους αντιπαράθεσης, ώστε τη φθορά του ενός να την εισπράττει ως κέρδος το άλλο, είναι το πιο πιθανό, αλλά όχι απαραίτητο. Από καιρό διαπιστώνεται και κατά κόρον λέγεται ότι, στη διελκυστίνδα της φθοράς και της αφθαρσίας μεταξύ των μεγάλων κομμάτων, η πολιτική βούληση για τη λύση μεγάλων προβλημάτων είναι κατ’ ανάγκη ασθενής. Απαιτούνται ευρύτερες και κυρίως διαφορετικού τύπου πλειοψηφίες. Αυτό θα μπορούσε να είναι και μια απάντηση στις παραταξιακές φιλοδοξίες του ΠΑΣΟΚ και του Γιώργου Παπανδρέου.

Δεύτερον, θα κριθούν τα προγράμματα των δύο μεγάλων (κυρίως) κομμάτων για τα λεγόμενα «προβλήματα της καθημερινότητας», στα οποία οι ηγεσίες και τα επιτελεία τους δίνουν την έμφαση επειδή πιστεύουν ότι είναι άμεσα αποδοτικά σε ψήφους. Τα προβλήματα, όμως, της καθημερινότητας είναι σχεδόν… άπειρα και συνδέονται με λαϊκές διεκδικήσεις ή διεκδικήσεις ιδιαιτέρων ομάδων από το κράτος και συχνά είναι αντιφατικά ή κάθε ομάδα απαιτεί τη δική της προτεραιότητα. O προεκλογικός προγραμματισμός των κομμάτων κινδυνεύει να είναι πρόχειρος και αντιεπιστημονικός όταν δεν περιορίζεται σε γενικές κατευθύνσεις και υπεισέρχεται στην οργάνωση. Π.χ. η οργάνωση της Εκπαίδευσης, της Δημόσιας Υγείας, το συγκοινωνιακό ή το Ασφαλιστικό έχουν ανάγκη από πολιτική κατεύθυνση, αλλά η οργάνωσή τους είναι κατ’ εξοχήν θέμα επιστημονικό.

Τα προβλήματα της καθημερινότητας επειδή είναι πολλά αναπαραγώμενα… στο άπειρο και εξαρτημένα δεν μπορούν να θεωρηθούν στρατηγικά, είναι διαχειριστικά. Στρατηγικά μπορούν να θεωρηθούν τα προβλήματα που αναφέρονται στην οργάνωση και λειτουργία του κράτους, στον τρόπο άσκησης της κρατικής εξουσίας, στους θεσμούς και στην πολιτική διαχείριση των πολιτικών θεσμών. Στον κρίσιμο αυτόν τομέα περιμένουμε από τα κόμματα (από τη Ν.Δ. να δώσει θετικές κατευθύνσεις και να ασκήσει κριτικό έλεγχο, και από το ΠΑΣΟΚ να δώσει τον απολογισμό του ή την απολογία του), να θέσουν στην κρίση των ψηφοφόρων την κακή οργάνωση του κράτους και της κρατικής διοίκησης, την εκτεταμένη κρατικοποίηση της οικονομίας και της ίδιας της κοινωνίας, την επιλεκτική κρατική «προστασία» (με τη διπλή έννοια) δραστηριοτήτων της οποίας μια μορφή είναι η διαπλοκή, τέλος και το σπουδαιότερο η κρατικοποίηση της πολιτικής, που περιορίζει και υποβιβάζει τη λειτουργία της σε κομματική διαχείριση πελατειακών σχέσεων εις βάρος του κράτους, του κύρους του και των εθνικών πόρων. Αυτά περίπου είναι τα μεγάλα στρατηγικά προβλήματα που συνδέονται με το ευρύτερο και βαθύτατα δημοκρατικό αίτημα της «αλλαγής». Για να προσεγγίσουμε τη λύση τους χρειαζόμαστε ίσως ευρύτερες και άλλου τύπου πλειοψηφίες από αυτές που προσφέρει ο δικομματισμός.