ΑΠΟΨΕΙΣ

O μύθος της «δημοκρατικής παράταξης»

Μερικοί συμπολίτες μας αυτοχαρακτηρίζονται «δημοκρατικοί» και ταυτόχρονα «προοδευτικοί». Πρέπει, συνεπώς, να υποθέσουμε ότι με… μετριοφροσύνη, αντιπαρατίθενται στους «μη δημοκρατικούς» και στους μη «προοδευτικούς» ή «αντιδραστικούς». Αντιστοίχως, ονομάζουν την πολιτική παράταξη στην οποία ανήκουν «προοδευτική» και «δημοκρατική». H διαίρεση αυτή είναι σχεδόν ταυτόσημη με τη διαίρεση σε «δεξιά» και «αντιδεξιά». Είναι όροι που μας έρχονται από το παρελθόν, τους χρησιμοποιούμε ευρύτατα και καθημερινά, πολλές φορές η πολιτική μας ζωή παγιδεύεται σε αυτούς τους όρους, αλλά ποτέ δεν καθόμαστε να αναζητήσουμε ποιο ακριβώς είναι το πολιτικό τους περιεχόμενο και αν αυτό το περιεχόμενο αντιστοιχεί στις βασικές πολιτικές κατατάξεις που υποδηλώνουν οι λέξεις. Το θεωρούμε αναγκαίο να ερευνήσουμε αυτούς τους όρους επειδή χρησιμοποιούνται, ιδιαίτερα αυτές τις προεκλογικές μέρες, για να περιγράψουν ή να οροθετήσουν παραπλανητικά την πολιτική πραγματικότητα. Αυτή είναι η σοβαρή πλευρά. Στην καθημερινή ζωή συχνά συναντούμε την ευτράπελη πλευρά π.χ. πολλών συμπολιτών μας που ζητάνε διάφορα ρουσφέτια με το επιχείρημα ότι και «αυτοί ανήκουν στον δημοκρατικό και προοδευτικό χώρο».

Επειδή οι λέξεις έρχονται από το παρελθόν, σαν καραβάκια, έλεγε ο Καζαντζάκης, που κατεβαίνουν με τη ροή του ποταμού και στη διαδρομή φορτώνουν και ξεφορτώνουν το νοηματικό τους περιεχόμενο, ας ξεκινήσουμε από τη σχετικά πρόσφατη ιστορία αυτών των όρων. Με μια παράκληση: Θα κάνουμε μερικές διαπιστώσεις που νομίζω ότι είναι κοινά αποδεκτές. Δεν θα αναφερθούμε στις αιτίες, γιατί δεν είναι κοινά αποδεκτές, θα διαφωνήσουμε, θα… τσακωθούμε πάλι και θα χάσουμε τον στόχο. Και στόχος μας είναι αν οι όροι αυτοί αντιστοιχούν στη σημερινή πολιτική πραγματικότητα.

Είναι νομίζω κοινά αποδεκτό ότι κατά τη μακρά περίοδο της πολιτικής ανωμαλίας 1944-1974 η χώρα αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών και σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κατά καιρούς διαφόρου βαθμού και περιεχομένου.

Στην αρχή η διάκριση «δημοκρατικού» και «αντιδημοκρατικού» αναφερόταν στη μορφή του πολιτεύματος, στη «βασιλευομένη δημοκρατία» και τη σκέτη δημοκρατία, απόηχος της προπολεμικής διάκρισης σε «βασιλικούς κωνσταντινικούς» και «βενιζελικούς δημοκρατικούς», αν και ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν αντίπαλος του βασιλιά Κωνσταντίνου και σχεδόν ποτέ του βασιλικού θεσμού. Οταν έγινε το προβληματικό δημοψήφισμα του 1946 που επανέφερε τον βασιλιά Γεώργιο B΄, σχεδόν όλα τα κόμματα, βασιλόφρονα και μη, κατ’ οικονομία αποδέχθηκαν το αποτέλεσμα παρά την προβληματικότητά του, επειδή προφανώς ήθελαν να λειτουργήσει, έστω και στοιχειωδώς, κάποια μορφή δημοκρατίας.

Η ήδη εξεγερμένη και ένοπλη Αριστερά δεν αποδέχθηκε το δημοψήφισμα (είχε πράγματι πολλούς λόγους) και έτσι ο όρος «δημοκρατικός» έμεινε σε αυτήν. Το ένοπλο τμήμα της ονομάσθηκε «δημοκρατικός στρατός», σε αντιπαράθεση με τον «μοναρχοφασιστικό» κυβερνητικό στρατό. H Αριστερά αυτοχαρακτηρίσθηκε «δημοκρατική παράταξη» και όλος ο υπόλοιπος πολιτικός κόσμος, που από πολιτική επιλογή ή από πολιτική ανάγκη στεγάσθηκαν στη «βασιλευομένη δημοκρατία», ήσαν οι… «μοναρχοφασίστες». Τέτοια… μεγαλειώδης σύλληψη της διάταξης των πολιτικών δυνάμεων!

Το να κρίνει κανείς τις πολιτικές επιλογές πρωθύστερα είναι πάντα παρακινδυνευμένο. Το ιστορικό όμως αποτέλεσμα, που δυστυχώς δεν διαμορφώνεται ούτε από τις προθέσεις μας ούτε από την πολιτική ορολογία για τη σχέση εκείνη μεταξύ «δημοκρατικών» και «μοναρχοφασιστών» και η σχέση αυτή είναι ακριβώς αντίστροφη από εκείνη που θέλησε να διαμορφώσει η ορολογία: Οι «δημοκρατικοί», αν επικρατούσαν, θα μας οδηγούσαν στην πλήρη κατάργηση των δημοκρατικών θεσμών και καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ οι «μοναρχοφασίστες» μας άφησαν κάποια περιθώρια να αγωνισθούμε για τη δημοκρατία. Μιλάμε για την «αστική δημοκρατία» γιατί δεν έχουμε υπόψη μας άλλη…

Κατά τη διάρκεια της ανταρσίας καταπατούνται και οι δημοκρατικοί θεσμοί και τα ανθρώπινα δικαιώματα. (Συμφωνήσαμε να μην αναφερθούμε στο γιατί και το διότι, να περιορισθούμε στην απλή διαπίστωση.) Περισώθηκε όμως ένας πυρήνας δημοκρατικής λειτουργίας: υπήρχε Κοινοβούλιο, με πολλά και διαφορετικά κόμματα. Επειτα από πολλές περιπέτειες, την πάταξη της Ανταρσίας ανέλαβε, έπειτα από πιέσεις και του «ξένου παράγοντα», συμμαχική κυβέρνηση του Κέντρου και της Δεξιάς, με πρωθυπουργό τον ηγέτη της κεντρώας κοινοβουλευτικής μειοψηφίας, τον Θεμιστοκλή Σοφούλη, επειδή αυτός είχε ισχυρή βούληση για έναν ασυμβίβαστο αγώνα κατά των ανταρτών και επιπλέον συγκέντρωνε γύρω του τη μεγαλύτερη συσπείρωση δυνάμεων. Εφαρμόσθηκαν πολύ σκληρά μέτρα κατά της Αριστεράς, ενώ συνεχιζόταν η Ανταρσία. Αλλά και απίστευτης επιπολαιότητας ενέργειες και αποφάσεις του KKE, όπως η βιαία επιστράτευση ανδρών και γυναικών, το «παιδομάζωμα» (όχι αυτό της προπαγάνδας, αλλά το πραγματικό) και η απόφαση για την «αυτοδιάθεση» της Μακεδονίας είχαν σημαντικά μεταστρέψει το φρόνημα του λαού υπέρ της συμμαχικής κυβέρνησης Κέντρου και Δεξιάς. Πιστεύω ότι από τότε το KKE άρχισε να χάνει την επαφή με την πραγματικότητα και δεν την ξαναβρήκε ποτέ.

Σύμφωνα, λοιπόν, με το σχήμα «δημοκρατικοί» και«μοναρχοφασίστες» το Κέντρο ήταν η ψυχή του «μοναρχοφασισμού»! Εχει σημασία γιατί αργότερα επιχειρήθηκε η ένταξη όλης της κεντρώας παράδοσης στην αντιδεξιά «δημοκρατική παράταξη»!

Μετά το 1950 και ενώ είχε παταχθεί η Ανταρσία σε όλη την Ελλάδα, συνεχίσθηκαν οι διώξεις εναντίον της Αριστεράς, η οποία όμως, ηττημένη και εξουθενωμένη αλλά… με το «όπλο παρά πόδα»(!), προσέφερε όλα τα προσχήματα των εναντίον της διώξεων. Οι τελευταίοι αριστεροί κρατούμενοι, περίπου 100 τον αριθμό, απολύθηκαν από τη φυλακή της Αίγινας την άνοιξη του 1966 από την «κυβέρνηση των αποστατών». Στο διάστημα αυτό οι δύο επικρατέστεροι ηγέτες του διάσπαρτου Κέντρου, ο Σοφοκλής Βενιζέλος και ο Γεώργιος Παπανδρέου, ποτέ δεν αντιτάχθηκαν στις διώξεις εναντίον της Αριστεράς. Σιωπηρώς τις αποδέχονταν, με την ελπίδα ότι αυτές θα απέβαιναν εκλογικά υπέρ του Κέντρου. Τέτοια… πολιτική διορατικότητα! Εν τούτοις και η κεντρώα παράδοση αυτής της περιόδου, ιδιαίτερα ο «ανένδοτος αγώνας» και η σύντομη διακυβέρνηση Παπανδρέου, εντάχθηκαν στη «δημοκρατική παράταξη». Δεν ισχυρίζομαι ότι Κέντρο και Δεξιά είχαν την ίδια πολιτική. Ηταν οι δύο νικητές του εμφυλίου πολέμου και ήθελαν να καρπωθούν τη νίκη για λογαριασμό τους… με κοινό θύμα την ηττημένη Αριστερά.

Πραγματική «δημοκρατική παράταξη» συγκροτήθηκε κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας των συνταγματαρχών. Σ’ αυτήν, όμως, συμμετείχαν όσοι, ενεργητικά ή παθητικά, αντιτάχθηκαν στην κατάλυση των δημοκρατικών θεσμών και την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αριστεροί, κεντρώοι, δεξιοί και βασιλόφρονες. Είναι η πιο πλατιά δημοκρατική συσπείρωση που εκτεινόταν στα πολιτικά κόμματα, στη Δικαιοσύνη και στον Στρατό. Με αυτό το ιστορικό προηγούμενο εθνικής συσπείρωσης κάθε αναφορά στη «δημοκρατική παράταξη» λογικά περιλαμβάνει τις δυνάμεις που υποστήριξαν την αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών.

Νομίζω ότι οι δυνάμεις αυτές αποτέλεσαν τη βάση πάνω στην οποία, μετά το 1974, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, με την κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας αρχικά και για λίγο και κατόπιν με μονοκομματικές κυβερνήσεις της Ν.Δ., επιχείρησε την πιο πλατιά και πιο ριζική αναδιοργάνωση των πολιτικών δυνάμεων στο πλαίσιο του «αστικού» δημοκρατικού καθεστώτος. Αυτό το εύσημο δεν μπορεί κανείς να το αφαιρέσει ούτε από τον Καραμανλή ούτε από τη Ν.Δ. και να εντάξει τις δυνάμεις που τότε συσπείρωσαν στην… «αντιδημοκρατική παράταξη»!

Η «δημοκρατική παράταξη», ως «αντιδεξιά» συσπείρωση, αναβίωσε με τον Ανδρέα Παπανδρέου και ο λόγος ήταν προφανής: Ερεθίζοντας τις τραυματικές μνήμες της Αριστεράς και προκαλώντας έτσι τα «αντιδεξιά» σύνδρομα, επιδίωξε να εντάξει στο «κίνημά του» όχι τους πολιτικούς σχηματισμούς της Αριστεράς, για τους οποίους αισθανόταν πάντοτε αποστροφή, αλλά τους οπαδούς της. Το πέτυχε και πραγματικά λεηλάτησε την Αριστερά αδίστακτα, σχηματίζοντας τις ετερόκλιτες πλειοψηφίες του ΠΑΣΟΚ.

Το πλάσμα της «αντιδεξιάς» «δημοκρατικής παράταξης» είναι από τα προκλητικότερα εγχειρήματα παραπλάνησης της κοινής γνώμης. Είναι κρίμα που το υιοθετεί ένας νέος πολιτικός, ο Γιώργος Παπανδρέου, ο οποίος ευαγγελλίζεται μια… καινούργια εποχή ειλικρινέστερου πολιτικού βίου και «άλλης σχέσης» του πολίτη με την πολιτική. Αν θα πρέπει να κατατμήσουμε τον πολιτικό κόσμο σύμφωνα με ένα σχήμα δημοκρατικών ιδεών και δημοκρατικής συμπεριφοράς, τότε η διαχωριστική γραμμή δεν περνάει ανάμεσα σε μια υποθετική «δημοκρατική παράταξη» και στην «αντιδημοκρατική» Ν.Δ. Μάλλον διαπερνάει οριζόντια και τις τρεις παρατάξεις και ιδιαίτερα το καθεστωτικό ΠΑΣΟΚ.

Και εν πάση περιπτώσει, εκείνο που κρίνεται και θα κριθεί στις επόμενες εκλογές είναι τα μεγάλα ελλείμματα δημοκρατίας που αφήνει πίσω της η διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με κεντρικό σημείο τη συγχώνευσή του με το κράτος σε έναν ενιαίο μηχανισμό άνισης, αυθαίρετης και βαθύτατα αντιδημοκρατικής συμπεριφοράς. Ακριβώς σ’ αυτό το σημείο αναφέρεται η λαϊκή απαίτηση της «αλλαγής», την οποία αποδέχεται και ο Γιώργος Παπανδρέου και προσπαθεί να την εκτρέψει προς άλλες κατευθύνσεις, ανακαλώντας από το παρελθόν σχήματα που σχεδόν ποτέ δεν αντιστοιχούσαν στην πολιτική πραγματικότητα, την παραποιούσαν και παραπλανούσαν την κοινή γνώμη.