ΑΠΟΨΕΙΣ

Κοινωνικός στόχος η πολιτική διαφορά

Από τη μια η στοιχειώδης λογική του πολίτη, η αίσθηση του πραγματικού, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Από την άλλη η φρενίτιδα των «επικοινωνιακών» χαλκευμάτων, τα αλαζονικά εγκαυχήματα της μετριότητας, ο αδίστακτος εξωραϊσμός της ανικανότητας και της διαφθοράς.

Σε παρακμιακή κοινωνία ζούμε, ο θρίαμβος της αλογίας και στις ερχόμενες εκλογές είναι το πιθανότερο ενδεχόμενο. Τα πραγματικά δεδομένα δεν μετράνε, ούτε τα επιχειρήματα της λογικής – όλα γίνονται θολά μέσα στον κυρίαρχο κουρνιαχτό της κυβερνητικής προπαγάνδας, των χρυσοπληρωμένων εγκαθέτων της. Συναισθηματικά ορμέμφυτα θα πρυτανεύσουν άλλη μια φορά και άκριτα απωθημένα.

Ο καινούργιος αρχηγός του κυβερνώντος κόμματος άνωθεν κεχρισμένος. Βεβαίως μέσω δημοσκοπήσεων προβεβλημένος και με «δημοκρατικές» διαδικασίες εκλεγόμενος. Αλλά χωρίς εναλλακτικό ενδεχόμενο. Μόλις η εύνοια έγινε σαφές χρίσμα, άρχισε θέαμα οικτρό: εμετικό υπερεκχείλισμα δουλοπρέπειας, συναγωνισμός των κυβερνητικών και κομματικών στελεχών σε πλειοδοσία λιβανωτού και δηλώσεων αφοσίωσης στο καινούργιο αφεντικό.

Από μηχανής Μεσσίας. Συμπαθητικό χαμόγελο, σεμνή μετριοπάθεια, όνομα κυρίαρχο στη δημοσιότητα επί τρεις γενεές. Το γεγονός ότι δεν άρθρωσε ποτέ πολιτικό λόγο πέρα από γενικολογίες και συνθηματολογικά αυτονόητα, δεν ενοχλεί κανέναν. Οτι η θητεία του σε όσα υπουργικά πόστα του χαρίστηκαν σχολιαζόταν πάντοτε με ευγενικούς υπαινιγμούς ως υπόδειγμα μετριότητας και ασπόνδυλης πολιτικής, και αυτό ξεπερνιέται από τα «επικοινωνιακά» πλεονεκτήματα. Το φαινόμενο της αβραμοπούλειας γοητείας επαναλαμβάνεται πανομοιότυπα: ο πολιτικά ανύπαρκτος είναι σε όλους ευάρεστος, αφού για κανένα πραγματικό πρόβλημα δεν έχει θέση ή άποψη.

Στη στενή ελλαδική κοινωνία ζούμε, στα αφτιά μας ακόμα ηχούν οι καταγγελίες Θεόδωρου Πάγκαλου και Μίκη Θεοδωράκη: ο πρώτος για «εξαμερικανισμό» του υπουργείου Εξωτερικών επί ημερών τού δηλωμένα εκλεκτού της Ολμπράιτ. O δεύτερος για «εξαμερικανισμό» του κυβερνώντος κόμματος με αφορμή την πρόσφατη αλλαγή γενικού γραμματέα. Οι αιτιολογήσεις θυσιαστικής αυταπάρνησης που επικαλέστηκε κομπάζοντας ο πρωθυπουργός για να αιτιολογήσει την παράδοση της εξουσίας, προϋποθέτουν παραλήπτες χωρίς μνήμη και παραιτημένους από τη νοημοσύνη τους. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει Ελληνας που να μην καταλαβαίνει ποιος ξαφνικά αλλάζει τα πιόνια στην ελλαδική πολιτική σκακιέρα και για ποιες σκοπιμότητες μια εξυμνημένη στο έπακρο για θριαμβικές επιτυχίες πρωθυπουργική μετριότητα αποκαθηλώνεται στο παραπέντε ταπεινωτικά και βάναυσα.

Στο κόμμα που κυβερνάει την Ελλάδα, είκοσι χρόνια τώρα, τα πιο παράλογα και αντιφατικά μπορούν να συμβούν και όλα η κρίσιμη μάζα των ψηφοφόρων όχι απλώς να τα καταπιεί, αλλά και να τα καταχειροκροτήσει. Τις πιο απροκάλυπτες επεμβάσεις του «ξένου παράγοντα», τις πιο κραυγαλέες ασυνέπειες, τις πιο εκτρωματικές παλινωδίες, τις σκανδαλωδέστερες μεταμφιέσεις. H μεγάλη επιτυχία αυτού του κόμματος είναι ότι ανέδειξε τον παπανδρεϊκό αμοραλισμό (τη βεβαιότητα πως «όλα επιτρέπονται») σε ευρύ κοινωνικό σύμπτωμα. Με την ψήφο κρίσιμης εκλογικής μάζας δικαιώθηκε η μετεξέλιξη του ρητορικού αντιαμερικανισμού σε εξευτελιστική πειθήνια συμμόρφωση με τις επιταγές της Νέας Τάξης («Μπράβο Γκιόργκος»), όπως και η μεταμόρφωση των «σοσιαλιστικών» εξαγγελιών σε πολιτική αχαλίνωτου καπιταλισμού. Γιατί μια ακόμη υπαγορευμένη μετάλλαξη να μην επιβραβευθεί και στις 7 Μαρτίου; Αυτό που μένει ακόμη δυσερμήνευτο, είναι η βιασύνη, το κατεπείγον του τωρινού «επικοινωνιακού» τεχνάσματος: Αν ο καινούργιος, άνωθεν κεχρισμένος Μεσσίας είχε τη χρονική άνεση να σχηματίσει δική του κυβέρνηση τώρα και να αναβάλει τις εκλογές για τρεις ή τέσσερις μήνες, αν (οδηγώντας σε ακραία συνέπεια τη λογική του τεχνάσματος) σχημάτιζε κυβέρνηση με προκλητικά νέους σε ηλικία συνεργάτες, είναι παραπάνω από σίγουρο ότι στην αναμέτρηση θα σάρωνε κυριολεκτικά. H πλειοψηφούσα αλογία και ακρισία είναι έτοιμη να ακολουθήσει σαν καινούργιο το απλώς «νεανικό», όποιο και να ‘ναι. Εχει κουραστεί πια ο λαός από την αηδιαστική πατίνα αχρειότητας και ευτελισμού στις φυσιογνωμίες των εκλεκτών του. Θα υπερψήφιζε αυτήν τη φορά την Αξιωματική Αντιπολίτευση μόνο για την αλλαγή των εικόνων στο σκηνικό της κατεστημένης φθοράς.

Δεν ξέρουμε γιατί το «επικοινωνιακό» τέχνασμα δεν πειθάρχησε με πλήρη συνέπεια στη λογική γοητείας του καινοφανούς. Οφθαλμοφανής είναι η ανικανότητα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης να αντιτάξει μιαν άλλη, άσχετη με τεχνάσματα, ρεαλιστική λογική. Δεν έχει ακόμα αντιληφθεί αυτό το κόμμα ότι πολιτικός του αντίπαλος, είκοσι πέντε χρόνια τώρα, δεν είναι απλώς ένα άλλο κόμμα επιδέξιο σε τεχνάσματα, αλλά ένα κοινωνικό σύμπτωμα. Σύμπτωμα που αποκλείεται να νικηθεί (έστω εκλογικά) με υποσχέσεις «καλύτερης« διαχείρισης της εξουσίας.

Το πραγματικά «καινούργιο» στις ερχόμενες εκλογές θα μπορούσε να είναι μόνο μια κοινωνική αντιπρόταση στο παπανδρεϊκό και «εκσυγχρονιστικό» σύμπτωμα. Αλλά για να έχει πολιτικό ρεαλισμό μια τέτοια αντιπρόταση προϋποθέτει συγκροτημένη θεωρητική ραχοκοκκαλιά, στόχους και όραμα πέρα από τον αμοραλισμό της ηδονοθηρίας – αίσθηση πατρίδας και πολιτισμού. Δηλαδή στοιχεία που απουσιάζουν τραγικά από το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης το ριζικά και από χρόνια «εκπασοκισμένο».

Στις 7 Μαρτίου η νεανικότερη μετάλλαξη του «εκσυγχρονιστικού» συμπτώματος είναι πολύ πιθανό να υπερισχύσει τις αντιπολιτευτικής απομίμησής του. Με τον καινούργιο Μεσσία η εξομοίωση των δύο κομμάτων θα γίνει προφανέστερη. Το χαμογελαστό προσωπείο της ευπρέπειας θα αμβλύνει την απέχθεια και την οργή για την ειδεχθή «διαπλοκή» για την καταλήστευση του κοινωνικού πλούτου, για την αλαζονεία και τον τύφο των κυβερνώντων. Με αποτέλεσμα, αν πραγματικά θριαμβεύσει και πάλι η «προοδευτική» φενάκη, να μικρύνει και άλλο η απόσταση που χωρίζει τη «δημοκρατία» μας από τις ολοκληρωτικές πρακτικές του κομματικού κράτους. Θα συνεχιστεί ανενόχλητο το όργιο της αναξιοκρατίας, ο εφιάλτης της λογοκρισίας, των προγραφών, η χυδαιότητα της αλαζονείας.

Με μοναδικό, ίσως, θετικό ενδεχόμενο: η επιπρόσθετη ήττα να λειτουργήσει σαν καταλύτης για την αφύπνιση ή την αυτοδιάλυση του κόμματος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Να προκύψει σχήμα με κοινωνικούς στόχους και όραμα πέρα από τον αμοραλισμό και τον διαχειριστικό εκσυγχρονισμό -με αίσθηση πατρίδας και πολιτισμού.