ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενδοσκοπος

O κ. Γιώργος Ανδρ. Παπανδρέου ξεκίνησε «διάλογο» όπως είπε, με τους πολίτες, προκειμένου να ενημερωθεί για τα προβλήματά τους, ο απερχόμενος πικραμένος αρχηγός κ. K. Σημίτης δηλώνει (υποχρεωτικώς) ότι όλα θα πάνε καλά προεκλογικώς για την παράταξή του, ότι η «νέα ηγεσία του ΠΑΣΟΚ είναι η νέα ηγεσία της χώρας» (τι ΠΑΣΟΚ, τι Ελλάς, το ίδιο είναι) και η οργανωμένη βάση του κόμματος ευθυγραμμίζεται ταχέως πίσω απ’ το «Παιδί της Αλλαγής». Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν, αυτήν την ώρα, ότι το κυβερνών κόμμα με το «κόλπο» της αλλαγής προέδρου αποφεύγει μια εκλογική καταστροφή και ότι πιθανώς θα διεκδικήσει και νίκη σε ατμόσφαιρα «ντέρμπι».

Ολα αυτά είναι τα βασικά στοιχεία μιας πρώτης φάσης ραγδαίων, στο ΠΑΣΟΚ, εξελίξεων που κλείνει τώρα. H μεγάλη γιορτή που ξεκίνησε στο στρατόπεδο των κυβερνώντων με την ανακοίνωση της αποχώρησης του K. Σημίτη από την ηγεσία και την παρουσίαση του νέου αρχηγού στο κοινό, αναγκαστικώς παίρνει τέλος πλέον. O κ. Γ. Ανδρ. Παπανδρέου δεν μπορεί να έχει παράπονα από τα φιλικά προς το ΠΑΣΟΚ κανάλια της εμπορικής τηλεόρασης, που διαφήμισαν την περίπτωσή του με πάθος και παρουσίασαν στο τηλεοπτικό κοινό την καλύτερη εικόνα που θα μπορούσαν να φιλοτεχνήσουν για πολιτικό αρχηγό και μάλιστα σε χρόνο-ρεκόρ.

Τελειώνουν, όμως, αυτά. Οσο κι αν θέλει να βλέπει αισιόδοξα σήμερα τα πράγματα το κομματικό «ρετιρέ» του ΠΑΣΟΚ, όσο κι αν ο νέος αρχηγός με το καλοσυνάτο χαμόγελο και το «βαρύ» πολιτικό όνομα (που αποτελεί το σύνολο σχεδόν της «πολιτικής» περιουσίας του) γρήγορα έφτιαξε μιαν «άλλη» ατμόσφαιρα στο προ καιρού απελπισμένο ΠΑΣΟΚ, ο χρόνος οδηγεί τον «Γιωργάκη» στην υποχρέωση να αρθρώσει έναν συγκεκριμένο πολιτικό λόγο, τέτοιον που να τον καθιστά αληθώς αξιόμαχο αντίπαλο του Κώστα Καραμανλή. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο διάδοχος του κ. K. Σημίτη έχει μπροστά του μια καθόλου εύκολη δουλειά. Και δεν είναι χωρίς λόγο που ο πρόεδρος της Ν.Δ. επιμένει να προκαλεί τον κ. Γ. A. Παπανδρέου για τετ-α-τετ τηλεοπτικές πολιτικές «κόντρες». O κ. K. Καραμανλής γνωρίζει, όχι μόνο ότι ο αντίπαλός του έχει ελλείμματα ενημέρωσης σε θέματα οικονομικά και κοινωνικά, αλλά και ότι οι «σημιτικοί» στο ΠΑΣΟΚ δεν έχουν καμιά διάθεση να δουν να αλλοιώνονται οι δικές τους «πάγιες» οικονομικές – κοινωνικές απόψεις απ’ το «Παιδί της Αλλαγής», που σίγουρα ψάχνει να βρει τρόπους για να κάνει ακριβώς αυτό προεκλογικά…

Καλύτερα «αέρας» περί μέλλοντος

Εχει κάθε λόγο να θέλει ο κ. Γ. Ανδρ. Παπανδρέου μια γρήγορη και «επικοινωνιακά» δυνατή προεκλογική κούρσα, επικεντρωμένη στις «εικόνες» του προσώπου του και του κ. K. Καραμανλή. Είναι πράγματι το καλύτερο για τον διάδοχο του κ. K. Σημίτη να μη χρειασθεί στην πορεία προς τις εκλογές να εξηγήσει ακριβώς το τι θα σημαίνουν τα σχήματα της οικονομικής – κοινωνικής πολιτικής, που θα εμφανίσει στο κοινό, και το τι θα σημαίνουν γενικότερα όλες οι «αλλαγές» και τα «νέα» που θα προβάλει έως την 7η Μαρτίου.

Δεν μπορεί, φυσικά, ο κ. Γ. Ανδρ. Παπανδρέου να αγνοήσει τα όσα «κληρονομεί» απ’ τον αρχηγό του K. Σημίτη και να εμφανίσει στην κοινή γνώμη αιφνιδίως ένα ΠΑΣΟΚ διαφορετικό από αυτό που όλοι οι πολίτες γνωρίζουν. Από την άλλη πλευρά, αν δώσει ιδιαίτερο βάρος στην υπεράσπιση του έργου της τετραετίας, δεν πρόκειται να προκαλέσει ενθουσιασμό στο τμήμα εκείνο των μεσαίων ψηφοφόρων, την ευνοϊκή γνώμη των οποίων θέλει να κερδίσει.

Γι’ αυτόν το λόγο φαίνεται πως, καθώς οι ημέρες θα περνούν, θα εδραιώνεται η τακτική που θεωρούν ενδεδειγμένη ορισμένοι στενοί συνεργάτες του κ. Παπανδρέου. Κατ’ αυτήν πιο αποτελεσματικές εκλογικά μπορεί να είναι ακόμη και οι φανερές αερολογίες για το μέλλον απ’ την παράθεση σοβαρών επιχειρημάτων για το κυβερνητικό παρελθόν του ΠΑΣΟΚ. Οι συνεργάτες του διαδόχου που υποστηρίζουν αυτήν την άποψη, τονίζουν ότι στο κέντρο της υπολογίζεται το δεδομένο του σημαντικού «επικοινωνιακού» συμμάχου τους που είναι τα γνωστά κανάλια της εμπορικής τηλεόρασης, τα οποία επιθυμούν διακαώς την παραμονή του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Εγινε, βεβαίως, κατανοητό εξ αρχής από το επιτελείο του κ. Γ. Ανδρ. Παπανδρέου, ότι το πέρασμά του στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ είναι μια υπόθεση άμεσα συνδεδεμένη με το σταθερό δεδομένο. Χωρίς τη διαφημιστική «καταιγίδα» που είχε διασφαλίσει ο διάδοχος του κ. K. Σημίτη, αποδεχόμενος την ανάληψη της ηγεσίας, το εγχείρημα της προβαλλόμενης «αλλαγής» θα είχε άλλη τύχη.

Αγνωστο ακόμη…

Μένει να διαπιστωθεί, λοιπόν, το πώς πρόκειται να μιλήσει πολιτικά ο κ. Παπανδρέου στο αμέσως επόμενο διάστημα, το αν και κατά πόσον θα είναι «λάιτ» ο λόγος του και το πώς θα μπορούσε να αποφύγει τις απαντήσεις σε μια σειρά από πρακτικά πολιτικά ζητήματα που θα θέσει οπωσδήποτε ο καλά προετοιμασμένος για προσωπικές προεκλογικές μονομαχίες, κ. Κώστας Καραμανλής. Μένει να δούμε επίσης αν και κατά πόσον θα θελήσει και θα μπορέσει χωρίς να προκαλέσει εσωκομματικές εντάσεις να «σπάσει» προεκλογικά ο κ. Παπανδρέου τη «Χάρτα Σύγκλισης» του κ. K. Σημίτη και να εισαγάγει σ’ αυτήν δικής του εκτίμησης «κοινωνικά» στοιχεία και «παροχές», ως αρχηγός «μεγάλης δημοκρατικής παράταξης». Αν ο νέος αρχηγός του ΠΑΣΟΚ θελήσει να εμφανισθεί με έναν στοιχειωδώς πειστικό -«νέο» μάλιστα- λόγο στα οικονομικά ζητήματα, θα πρέπει κάποτε, πριν από την 7η Μαρτίου πάντως, να πει στους πολίτες σε ποιο ευρωπαϊκό οικονομικό «περιβάλλον» φαντάζεται ότι θα ίσχυαν οι «κοινωνικές» πολιτικές του. Σήμερα δεν είναι γνωστό το πώς εκτιμά ο κ. Παπανδρέου ότι θα εξελιχθούν τα πράγματα στην Ευρωπαϊκή Ενωση των «25» που βρίσκεται σε ένα σοβαρό λειτουργικό αδιέξοδο, δεν είναι γνωστό το αν ο κ. Παπανδρέου εκτιμά πως η Αθήνα πρέπει να παραμείνει στο πλευρό της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών (Κομισιόν) που ζητεί την αυστηρή τήρηση των όρων του Συμφώνου Σταθερότητας ή αν θα πρέπει να υποστηρίξει προσεχώς την ανάγκη για «μεταρρύθμιση» αυτού του Συμφώνου. Δεν είναι επίσης γνωστό το πώς κρίνει το «Παιδί της Αλλαγής», ότι θα πρέπει να κινηθεί στο εξής η ελληνική πλευρά στην υπόθεση (κατά Ράμσφελντ) της «παλαιάς» και της «νέας» Ευρώπης, όπου συγκρούονται οι ατλαντιστές, πιστοί φίλοι των ΗΠΑ, με τις κεντρικές ευρωπαϊκές δυνάμεις. Και ποια πιστεύει άραγε ο κ. Παπανδρέου ότι θα είναι η τύχη του ευρώ, με τη Γερμανία και τη Γαλλία να παραβιάζουν το Σύμφωνο Σταθερότητας και με την Ουάσιγκτον να μην κρύβει ότι πολύ θα την ευχαριστούσε μια κατάρρευση του ευρωνομίσματος και ένα τέλος στην υπόθεση μιας «ενιαίας», ισχυρής, ανταγωνιστικής προς τις ΗΠΑ Ευρώπης;

Ανάγκη σοβαρότητας

Ενας νέος αρχηγός μεγάλου κόμματος, που φιλοδοξεί μάλιστα να είναι αύριο πρωθυπουργός μιας χώρας υπερχρεωμένης με οξύτατο δημοσιονομικό πρόβλημα, οφείλει να ξεκαθαρίσει τουλάχιστον κάποια πράγματα όπως αυτά που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Καλές οι διεθνείς δημόσιες σχέσεις, τα «επικοινωνιακά», τα καλοσυνάτα χαμόγελα, οι «ανθρώπινες στιγμές» (τι καθιερωμένη δημοσιογραφική μπαρούφα κι αυτή!), οι χαιρετούρες και τα «ζήτω», καλά και τα «αμερικανικά» μοντέλα για το κόμμα, αλλά αν το «Παιδί της Αλλαγής» θέλει να δώσει μια κάποια πολιτική σοβαρότητα στον προεκλογικό αγώνα του, ας κάνει κάτι για να συμβεί αυτό. Κατανοητό είναι, όπως είπαμε, ότι ο διάδοχος του K. Σημίτη (ο οποίος μόνο να εγκαταλείψει την ηγεσία δεν ήθελε ο δυστυχής) θέλει να πετύχει έναν ταχύ «επικοινωνιακό» βηματισμό για να καλύψει τα πολιτικά κενά του, αλλά κι αυτή η τακτική πρέπει να έχει τα όριά της. Για να μην γελοιοποιείται κι άλλο το προεκλογικό πολιτικό σκηνικό. Για να μην είναι αύριο μια φάρσα που θα προκαλεί σύγχυση στο κοινό το θέμα των «διορθώσεων» στη «Χάρτα Σύγκλισης», για να μην είναι μετεκλογικά (όποιος κι αν κέρδιζε τη μάχη) ένα πεδίο λαϊκισμού και φτηνής μπαρουφολογίας πολιτικής, το μείζον θέμα της εθνικής οικονομίας.

Αν ο κ. Γ. Ανδρ. Παπανδρέου δεν προετοιμαστεί προκειμένου να εξηγήσει, όπως οφείλει, στους Ελληνες πολίτες τους πολιτικούς λόγους για τους οποίους θα άξιζε να εκλεγεί για να κυβερνήσει τη χώρα, τότε και ο εκλογικός αγώνας θα πέσει κι άλλο σε ποιότητα, με συνέπειες στη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, και παραλλήλως θα αποτελέσει έτσι κι αλλιώς μια ανωμαλία στο πολιτικό σκηνικό αυτή η αδυναμία του ενός από τα δύο κόμματα εξουσίας να αρθρώσει έναν κανονικό πολιτικό λόγο. Οφείλει, τέλος, ο εμφανιζόμενος ως μοντέρνος πολιτικός και «ανανεωτής» του κόμματός του να καταστήσει απολύτως σαφές το αν και πώς σκοπεύει να αντιμετωπίσει την εθνική μάστιγα των «διαπλεκομένων», που έως τώρα με τη διακριτική στάση του ανέχεται πολιτικά, άρα και τα ενισχύει, είτε το επιθυμεί αυτό είτε όχι.