ΑΠΟΨΕΙΣ

«Προγνωστικά»

Εδώ στο χωριό μου, στ’ Αμπελάκια, όπου βρίσκομαι αυτές τις μέρες, με ρωτούν οι συγχωριανοί μου, επειδή υποτίθεται ότι είμαι περισσότερο ενημερωμένος, τι θα γίνει με τις εκλογές, ποιος θα κερδίσει. Γνωρίζοντας, μέσες-άκρες, ποιοι είναι πασοκτζήδες και ποιοι νεοδημοκράτες (οι αριστεροί δεν έχουν καμιά αγωνία, το έχουν πάρει απόφαση), συμπεριφέρομαι αναλόγως: ποτέ με σαφήνεια και με πολλά «αν», τα οποία μεταθέτουν την ελπίδα από τη μια πλευρά στην άλλη, ανάλογα με τον συνομιλητή.

Οι συλλογισμοί είναι περίπλοκοι και παρακινδυνευμένοι. Πολλά τα «χαρτιά» που μέχρι τώρα έπεσαν στο τραπέζι και άγνωστα αυτά που θα πέσουν τις αμέσως επόμενες μέρες. Από αυτά τα άγνωστα προκύπτουν και τα πολλά «αν». Ωστόσο, ας απαριθμήσουμε τα μέχρι τώρα δεδομένα:

Η Νέα Δημοκρατία ξεκίνησε την κούρσα με σοβαρό προβάδισμα έναντι του ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη. Το προβάδισμα δεν προκύπτει μόνο από τις δημοσκοπήσεις, αλλά και από τη διάχυτη προσδοκία της αλλαγής, που εκ των πραγμάτων αποβαίνει υπέρ της Ν.Δ. Το προβάδισμα συνοδευόταν από υψηλό βαθμό συσπείρωσης των ψηφοφόρων της, που σημαίνει ότι δεν έχει διαρροές, ότι δεν χάνει τίποτα από το ποσοστό του 2000, ότι κερδίζει σημαντικά και περιμένει περισσότερα κέρδη. Το ποσοστό συσπείρωσης μόλις υπολείπεται από το κρίσιμο ποσοστό του 2000.

Αντιθέτως, το χαμηλό ποσοστό του ΠΑΣΟΚ συνοδευόταν και από χαμηλό ποσοστό συσπείρωσης των ψηφοφόρων του, που σημαίνει ότι όχι μόνο δεν δέχεται διαρροές άλλων κομμάτων, αλλά πως έχει σημαντικές απώλειες και στην καλύτερη γι’ αυτό περίπτωση μεγάλο ποσοστό ψηφοφόρων του εμφανίζεται διστακτικό και αδρανές. Και, φυσικά, δεν κέρδιζε σχεδόν τίποτα από τους νέους ψηφοφόρους.

Οι διαπιστώσεις αυτές φαίνεται ότι ανάγκασαν τον Κώστα Σημίτη να αποχωρήσει «οικειοθελώς» από την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και να ανοίξει τον δρόμο στη διαδοχή του από τον Γιώργο Παπανδρέου. Οι εξελίξεις δεν φαίνεται να ήσαν ειδυλλιακές, με καλή θέληση και γενναιοψυχία, αλλά θα περάσει καιρός για να μάθουμε λεπτομέρειες. Με την κίνηση της διαδοχής το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να ανταποκριθεί στο αίτημα και στην προσδοκία της αλλαγής και την ανάγκη αυτή είχαν επισημάνει από την περασμένη άνοιξη πεπειραμένα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, αλλά και ανεξάρτητοι παρατηρητές. H παραμονή του Κώστα Σημίτη στην πρωθυπουργία περιορίζει τα όρια της εσωκομματικής αλλαγής ή τουλάχιστον αποτρέπει την εντύπωση ανατροπής και μάλλον αυτή μόνο επιδιώκει ο πρωθυπουργός διατηρώντας την καίρια θέση του ώς την επομένη των εκλογών.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η διαδοχή στην ηγεσία είναι αρκετή για να ανατρέψει τους κομματικούς συσχετισμούς. H αλήθεια είναι ότι η εμφάνιση του Γιώργου Παπανδρέου, με το βαρύ όνομα που φέρει, τα ερεβώδη αντανακλαστικά που αυτό ερεθίζει, αλλά και με την προσωπική του συμπεριφορά «ανακάτεψε την τράπουλα», με πρώτο αποτέλεσμα να μειωθεί σημαντικά η διαφορά από τη Ν.Δ. Λεπτομερέστερη ανάλυση αυτής της μεταβολής οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το ΠΑΣΟΚ με τον Γιώργο Παπανδρέου πέτυχε μεγαλύτερη συσπείρωση, ενώ συνεχίζονται οι διαρροές χωρίς να αυξάνονται οι εισροές. Οι διαρροές από την Αριστερά, που διαπιστώνουν οι δημοσκοπήσεις, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα είναι και εισροές στο ΠΑΣΟΚ.

Στελέχη του ΠΑΣΟΚ παρατηρούν ότι η μεγαλύτερη συσπείρωση που πέτυχε ο Γιώργος Παπανδρέου και ήταν αδύνατο να επιτύχει ο Κώστας Σημίτης, και που υπολείπεται ακόμη σημαντικά από τη συσπείρωση της Ν.Δ., δεν είναι αρκετή για να καλύψει τη διαφορά από τη Ν.Δ. Το ΠΑΣΟΚ συνεχίζει την κούρσα προς τις εκλογές με σημαντικό έλλειμμα σε σχέση με το ποσοστό του 2000. Με τα δεδομένα αυτά πιο πιθανή είναι η εκλογική νίκη της Ν.Δ., έστω με οριακή διαφορά.

Για την ανατροπή του συσχετισμού λείπει το «πολιτικό μέγεθος». Αν το διαθέτει ο Γιώργος Παπανδρέου δεν το γνωρίζουμε. Εκείνο που θεωρείται μάλλον πιθανό είναι ότι και αν ακόμη το έχει, το χρονικό διάστημα ώς τις εκλογές και κυρίως οι προεκλογικές πιέσεις δεν θα του επιτρέψουν να το ξεδιπλώσει. Του χρειάζεται τουλάχιστον τετραετής θητεία στην αντιπολίτευση και… ριζικές ανατροπές.