ΑΠΟΨΕΙΣ

Λαμπρόν το μέλλον

Την περασμένη εβδομάδα, η στήλη είχε υποστηρίξει ότι υπό το πολιτικό περιβάλλον του δικομματισμού, της μαζικής δημοκρατίας και της ισχύος της εικόνας, η ψήφος δεν κρίνεται από τη στάθμιση των επιμέρους θέσεων των κομμάτων, αλλά από μία γενική εντύπωση, όπως διαπλάθεται, και από την εικόνα, τηλεοπτική ή μη. Οποτε συμβαίνει να λείπουν οι μεγάλες προγραμματικές διαφορές μεταξύ των κομμάτων εξουσίας (όπως συμβαίνει σήμερα), οι θέσεις απλώς συμβάλλουν στην εντύπωση -και γι’ αυτό δεν είναι συνήθως παρά εύηχες γενικότητες.

Η εξέλιξη της προεκλογικής αντιπαράθεσης δικαιώνει, νομίζω, σε ικανό βαθμό τους ισχυρισμούς αυτούς. H πρώτη, θεαματική εντύπωση από την ανάδυση του κ. Γ. Παπανδρέου άρχισε να θολώνει -αν και είναι νωρίς ακόμη για συμπεράσματα- μάλλον εξαιτίας της «άτονης» εικόνας, παρά γιατί το κοινό σταθμίζει τις συγκεκριμένες τοποθετήσεις του μεν και του δε. Οι δε τοποθετήσεις αυτές και ο τρόπος, με τον οποίο η μία πλευρά καλεί την άλλη να «πάρει θέση», προδίδουν μία πρόσθετη ευτελιστική διάσταση: οι θέσεις όχι μόνον αρθρώνονται με κύριο στόχο τις εντυπώσεις, αλλά διαπνέονται από την πεποίθηση ότι οι θετικές εντυπώσεις παράγονται από την κολακεία προς τους ψηφοφόρους. Οι υποτιθέμενες προγραμματικές τοποθετήσεις, όταν δεν εμπεριέχουν υποσχέσεις παροχών, αποτελούν πάντως υπεραισιόδοξα σενάρια. H κακή εκδοχή, έστω ως υπόθεση εργασίας, απλώς παραλείπεται. Και όχι μόνον αυτό: από τον προεκλογικό λόγο λείπει κάθε γνήσιος προβληματισμός που θα δυσαρεστούσε τους εκλογείς.

Το πεδίο της οικονομίας παρέχει το εντυπωσιακότερο, ίσως, παράδειγμα. Το πακέτο παροχών Σημίτη το φθινόπωρο είχε πυροδοτήσει κύμα διεκδικήσεων. H κυβέρνηση ενέδωσε στην αρχή, γρήγορα όμως υιοθέτησε αρνητική στάση, υπογραμμίζοντας ότι δεν υπήρχαν δυνατότητες. Ηδη, παρά τα μεσολαβήσαντα εξωτερικά δάνεια, η κυβέρνηση διαπιστώνει ότι… ασφαλώς υπάρχουν δυνατότητες για περισσότερα. H δε Ν.Δ., όταν ο κ. K. Μητσοτάκης προέβη στη δήλωση-«φιλικό μαχαίρωμα» περί ανάγκης σκληρής λιτότητας, αντί να τον εκθέσει μεν, αλλά να αντιμετωπίσει το ζήτημα, προτίμησε να το αντιπαρέλθει ως ανύπαρκτο. Φαίνεται ότι για την οικονομία αδίκως ανησυχούμε τόσον καιρό.

Ανάλογα μπορούν να σημειωθούν για όλα σχεδόν τα κρίσιμα θέματα. Στην ανώτατη παιδεία ο λόγος περί μη κρατικών πανεπιστημίων συνεχίζει, από άλλη πλευρά, την πολιτική της άκριτης σύστασης νέων τμημάτων στα AEI και TEI? την πολιτική της υπόσχεσης θέσεων στα πανεπιστήμια «για όλους», χωρίς να εξετάζεται αν θα έπρεπε να δικαιούνται «όλοι» τέτοιες θέσεις ούτε αν οι θέσεις αυτές παρέχουν πλημμελή εκπαίδευση και ελάχιστες επαγγελματικές προοπτικές.

Στην άμυνα, ομοίως. Τα δύο κόμματα συναγωνίζονται ποιο θα μειώσει τη στρατιωτική θητεία και τους εξοπλισμούς, χωρίς να εκθέτουν κανέναν συλλογισμό περί μελλοντικών κινδύνων και σύστοιχων αμυντικών αναγκών. Στη δε αγροτική πολιτική, ένα από τα δυσχερέστερα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα, πυκνώνουν οι βολές για ανεπαρκείς παροχές προς τους αγρότες, δεν θίγεται όμως καθόλου η μαύρη αγροτική οικονομία ούτε η δυσβάστακτη κρατική δαπάνη ούτε η μακρά «ανυπακοή» στις οδηγίες αλλαγής των καλλιεργειών ούτε βέβαια το γεγονός ότι στις ανεπτυγμένες χώρες οι αγρότες αποτελούν μονοψήφιο ποσοστό του πληθυσμού.

Απουσία ανάλυσης, αφθονία αισιόδοξων υποσχέσεων. Δεν είναι παράξενο. Για το ποιος θα εκλεγεί μάχονται τα κόμματα? όχι για το ποιος θα λύσει πρώτος τα προβλήματα της Ελλάδας.