ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι σημαίνουν τα βιβλία;

Στα βιβλία, είναι σίγουρο, υπάρχουν -καταγράφονται- τα πάντα. Ιδέες, απόψεις, πληροφορίες, συμπεράσματα. Τα βιβλία όμως έχουν πολλών ειδών αναγνώσεις: εκείνη που υπάρχει στις σελίδες της κάθε έκδοσης και εκείνη που δίνουν τα βιβλία ως προϊόν – πολιτιστικό προϊόν εν προκειμένω.

Τα βιβλία από την πλευρά των αριθμών, λοιπόν, με αφορμή την πρόσφατη -χθεσινή- δημοσιοποίηση των στοιχείων για τη βιβλιοπαραγωγή των πέντε τελευταίων χρόνων (από το 1998 ώς το 2002), που παρουσίασε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Με το δεδομένο ότι και οι αριθμοί έχουν γλώσσα, θα επιχειρήσουμε μία «ανάγνωση» των στοιχείων -αποσπασματική εκ των πραγμάτων και ασφαλώς υποκειμενική- προσπαθώντας να «διαβάσουμε» τη συμπεριφορά των νεοελλήνων σε σχέση με το βιβλίο. Μια ανάγνωση που απαιτεί καλόπιστη διάθεση για διάλογο όλων όσοι εμπλέκονται με το πεδίο που λέγεται βιβλιοπαραγωγή? μια ανάγνωση που προϋποθέτει οργάνωση και βούληση? μια ανάγνωση που απουσιάζει εντελώς από την παράθεση στοιχείων που έδωσε το EKEBI στη δημοσιότητα.

Οι εκδόσεις, απ’ ό,τι φαίνεται, ελαττώνουν τη φρενήρη πορεία των δύο προηγούμενων χρόνων. Γιατί τι άλλο από εκδοτική φρενίτιδα δηλώνει η παραγωγή, από ένα μόνον εκδότη, στη διάρκεια πέντε χρόνων, δύο χιλιάδων είκοσι δύο (2.022) βιβλίων; Το αναγνωστικό κοινό έχει πράγματι μεγαλώσει τα τελευταία χρόνια, καθώς περισσότεροι άνθρωποι σπουδάζουν περισσότερο, καθώς τα νέα γνωστικά πεδία απαιτούν καταγραφή και ανάλυση. Ακουμπάει όμως σ’ αυτήν την ανάγκη η εντυπωσιακή παραγωγή που μόλις αναφέραμε; Ή μήπως συμβαδίζει με την περίοδο που πολλές εταιρείες (και οι εκδοτικές) μεγάλωσαν τον κύκλο εργασιών τους για να μπουν στον προθάλαμο, κι από ‘κει στην αίθουσα του Χρηματιστηρίου; Την ίδια στιγμή, οι λεγόμενοι μικρομεσαίοι εκδότες ασθμαίνουν για να παρουσιάσουν περισσότερους τίτλους, για να έχουν δηλαδή παρουσία διαρκή στα βιβλιοπωλεία, για να κατακτήσουν μερικούς πόντους από την επιφάνεια των πάγκων στα βιβλιοπωλεία. Ανταποκρίνεται λοιπόν η εκδοτική παραγωγή στην αναγνωστική ανάγκη; Ποιος είναι αρμόδιος ν’ απαντήσει σ’ αυτό;

«Το επιστημονικό βιβλίο βρίσκεται στην πρώτη θέση τής βιβλιοπαραγωγής στη χώρα μας με 34,6% του συνόλου (θεωρητικές ή «ανθρωπιστικές» επιστήμες: 26,9%, θετικές και εφαρμοσμένες επιστήμες: 7,7%)» καταγράφεται στα στοιχεία του EKEBI. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Και τι ακριβώς ορίζουμε ως επιστημονικό βιβλίο; H απότομη και συνεχιζόμενη αύξηση των πανεπιστημιακών σχολών, των πανεπιστημιακών τμημάτων και κατ’ επέκτασιν της πανεπιστημιακής κοινότητας απαιτεί συγγράμματα. Οι καθηγητές χρειάζονται έργο για ν’ αλλάξουν βαθμίδα? κι άλλα συγγράμματα ως εκ τούτου. Πόσα από τα επιστημονικά -συλλήβδην- βιβλία εξυπηρετούν χρηστικές ανάγκες και πόσα απαντούν και καλύπτουν εκδοτικά κενά, επειδή κάποιος μεταφραστής αποφάσισε να το μεταφράσει και κάποιος εκδότης ανέλαβε το εκδοτικό -πράγματι- κόστος; Θα αναζητήσουμε απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα;

Τα βιβλία τέχνης είναι στην έκτη θέση της γενικής βιβλιοπαραγωγής με 4,6%. Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια στο συγκεκριμένο στοιχείο είναι ότι, ξεκινώντας από το 1998 μειώνονται σταθερά τα μεταφρασμένα βιβλία τέχνης (239 μεταφρασμένα έναντι 173 ελληνικών) και φτάνοντας στο 2002 -σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία του EKEBI- η ψαλίδα έχει μεγαλώσει εξαιρετικά υπέρ των ελληνικών βιβλίων τέχνης: 256 ελληνικά έναντι 68 μεταφρασμένων. Τα βιβλία τέχνης ξεκίνησαν ως αντιγραφή των coffee books της διεθνούς βιβλιοπαραγωγής. Το κοινό τα αγκάλιασε, είτε ως έκδοση ντοκουμέντων, είτε ως πολυτελή βιβλία, είτε ως must δώρα. Πόσο έπαιξε ρόλο η κυριαρχία της εικόνας στη μεγάλη εξάπλωση και των βιβλίων με κύριο περιεχόμενο εικόνες; Και η στροφή του κοινού προς οτιδήποτε άπτεται της ιστορίας συμπαρέσυρε και τα βιβλία τέχνης με περιεχόμενο υλικό από ιστορικά αρχεία;

Τα βιβλία δεν δίνουν μόνον απαντήσεις. Κάποτε ζητούν να τα ερμηνεύσουμε. Θα το επιχειρήσει το EKEBI;