ΑΠΟΨΕΙΣ

Ευτυχώς που υπάρχουν τα ράντζα;

Μέσα στον προεκλογικό θόρυβο και στην κακοφωνία των αντιπαραθέσεων, ας σταθούμε λίγα λεπτά σε μια επιστολή. Δεν είναι συνηθισμένο το περιεχόμενό της, γιατί επικροτεί ό,τι ακριβώς η πλειοψηφία καταδικάζει, γιατί αναλαμβάνει να υπερασπιστεί ό,τι έχει δυσφημιστεί με πάθος, ό,τι έχει καταγραφεί ως αγκάθι που, μεταξύ άλλων, εμποδίζει τη δημόσια υγεία να αναπνεύσει. Μια αναγνώστρια, που επιθυμεί να κρατήσει την ανωνυμία της, αφηγείται άτακτα, όπως επιτάσσει το αίσθημα της απώλειας και του πένθους. Αποχαιρέτισε το αγαπημένο της πρόσωπο σε κρατικό νοσοκομείο, πάνω σε «ράντζο». Και αισθάνθηκε την ανάγκη να κοινωνήσει τη δική της πλευρά. Πριν δώσουμε τον λόγο σε μια άλλη άποψη για την «τριτοκοσμική» κατάσταση των κρατικών νοσοκομείων, όπου πλειοδοτούν σε ενδιαφέρον όλα τα κόμματα, μια κινηματογραφική εικόνα παρεισφρέει για να υπερθεματίσει ή να αφοπλίσει: στην ταινία του Καναδού Ντενίς Αρκάν «H επέλαση των βαρβάρων», παρακολουθούμε την κάμερα να εισβάλει στον διάδρομο ενός νοσοκομείου που είναι ασφυκτικά κατειλημμένος και στις δύο πλευρές του με ράντζα. Στον Καναδά, μία από τις πιο ανεπτυγμένες και εύρωστες οικονομικά χώρες του κόσμου…

«Κάποιο βράδυ», γράφει η αναγνώστρια, «βλέπεις ξαφνικά να γεμίζει ο άδειος διάδρομος με ράντζα, να στρώνονται με καθαρά σεντόνια και καταλαβαίνεις ότι την επομένη το νοσοκομείο εφημερεύει. Και στη δύσκολη ώρα δεν θα σε διώξουν επειδή είναι «πλήρες», δεν θα σε στείλουν στο σπίτι σου ή στην ιδιωτική κλινική, δεν θα σε αφήσουν να διαχειριστείς μόνος την αγωνία σου. Ευτυχώς που υπάρχουν τα ράντζα. Γιατί αυτό σημαίνει ότι δεν γυρίζουμε την πλάτη, τυπικά καλυμμένοι από τη γραφειοκρατική αδυναμία «έλλειψης κλινών», ότι μας αγγίζει ο ανθρώπινος πόνος, η αδυναμία των ασθενών και η απελπισία των οικείων. Τα νοσοκομεία μας, ευτυχώς, μέσα στο χάος τους, εξακολουθούν να έχουν ανθρώπινο πρόσωπο. Είναι το πρόσωπο των γιατρών χωρίς φακελάκι στην τσέπη. Των γιατρών που έχουν χιλιοκατηγορηθεί αλλά θα γονατίσουν στον διάδρομο, ξημερώματα, στις δύο, στις τρεις και στις πέντε, πάνω από το ράντζο. Νέοι οι περισσότεροι αλλά και παλαιότεροι, για να προσπαθήσουν, ακόμη και το αδύνατο… Το «χάος» καλύπτει η διευθύντρια της Εντατικής που βάζει χαμηλή μουσική να παίζει μέσα στον θάλαμο, για να μη νομίζουν οι άρρωστοι -όσοι διατηρούν τις αισθήσεις τους- ότι βρίσκονται σε νεκροθάλαμο. Το «χάος» καλύπτει η γιατρός που περπατάει βιαστικά στον διάδρομο και μονολογεί ότι αυτή η περίπτωση «με πονάει». Το «χάος» καλύπτουν αυτοί που ανοίγουν Κυριακή τη μονάδα αιμοκάθαρσης αποκλειστικά και μόνο για έναν άρρωστο και μάλιστα με λίγες ελπίδες… Μα, είναι όλοι έτσι ή μιλάμε για συναισθηματικές εκρήξεις; Είναι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό. Αρα, λες, είναι όλοι. Και, γιατί όχι συναισθηματικές εκρήξεις; Αυτές κάνουν τη διαφορά και μας σώζουν. O Γιώργος Γραμματικάκης έχει αναφερθεί στην «παράλληλη Ελλάδα». Στην Ελλάδα που δουλεύει με πείσμα, με συνείδηση, με σεβασμό στον εαυτό της. Στην Ελλάδα που δουλεύει μέσα στο σύστημα αλλά δεν φαίνεται, γιατί δεν κραυγάζει και δεν βγαίνει στα κανάλια. Στην Ελλάδα που σου δίνει κουράγιο, που σε λυπάται, που σ’ αφήνει να ακουμπήσεις την πλάτη και να πάρεις ανάσα. Που δεν εγκαταλείπει…».

Εδώ, η επιστολή ολοκληρώνεται. Ενα περιστατικό, μία περίπτωση, χωρίς κομματική ταυτότητα. O αντίλογος είναι δεδομένος, γνωστός και μετ’ επιτάσεως υποστηριγμένος. O δικός μας επίλογος διατυπώνεται με μια απορία. Οχι για να «προωθήσουμε» τη μία ή την άλλη άποψη. Μόνον, για να σταθμίσουμε την απάντηση: Ποια θα ήταν η εικόνα των λαμπερών ιδιωτικών νοσοκομείων σε μια βραδιά εφημερίας; Ποιες οι επιδόσεις των γιατρών τους μέσα στο απόλυτο «χάος»;