ΑΠΟΨΕΙΣ

Αλήθειες και ψέματα

Αναζητώντας κανείς αλήθειες πέρα από την προεκλογική ρητορεία, μακριά από τα συνήθη μεγάλα λόγια, οφείλει να κάνει κάποιες βασικές διαπιστώσεις, αν θέλει πραγματικά να προσεγγίσει τις ανάγκες του τόπου. Κατ’ αρχήν είναι απαραίτητο να καταγραφεί ότι η χώρα ζει τα τελευταία 50 χρόνια βίο ειρηνικό. Σταθερά από τη λήξη του εμφυλίου το 1949, ο τόπος δεν αντιμετώπισε πολεμική κατάσταση, παρ’ ότι κατά καιρούς βρέθηκε προ απειλών και ήταν αναγκασμένος να αιμορραγεί για την ενίσχυση της εθνικής άμυνας. Στην ίδια αυτή υπερπενηντάχρονη διαδρομή κατόρθωσε σταδιακά να αποκαταστήσει πλήρως τις ατομικές ελευθερίες και ειδικώς μετά την παρένθεση της επταετίας των συνταγματαρχών να σταθεροποιήσει το δημοκρατικό πολίτευμα.

Τις τελευταίες μάλιστα τρεις δεκαετίες, ιδιαιτέρως μετά την, Καραμανλικής έμπνευσης και επιμονής, ένταξή της στην ευρωπαϊκή οικογένεια, απέκτησε πυξίδα προόδου και επιπλέον εξασφάλισε τη σχεδόν μόνιμη εισροή πόρων, η οποία επέτρεψε τη σταθερή, έστω και με τους συνήθεις βραδείς ελληνικούς ρυθμούς, βελτίωση των υποδομών και του επιπέδου ευημερίας. Από 1979 και μετά η χώρα έχει απολαύσει ευρωπαϊκή βοήθεια δεκάδων δισ. δολ., είτε με τη μορφή άμεσων μεταβιβαστικών πληρωμών, όπως οι αγροτικές επιδοτήσεις, είτε με τη μορφή χρηματοδοτικών ενισχύσεων για την κατασκευή μεγάλων έργων υποδομής.

Από τις αρχές μάλιστα της δεκαετίας του ’90 ξεκίνησε μια συστηματικότερη προσπάθεια πλήρους ενσωμάτωσης στην Ευρώπη. Αυτή η προσπάθεια του ελληνικού λαού, κοπιώδης, με θυσίες πολλές, απέδωσε και από το 2000 η Ελλάδα μετέχει σε ένα από τα ισχυρότερα σύνολα του πλανήτη. Απολαμβάνει συνθήκες νομισματικής σταθερότητας, έχει απαλλαγεί από αιφνίδιους κλονισμούς της οικονομικής συγκυρίας που την ταλαιπωρούσαν στο παρελθόν, είναι υποχρεωμένη να κινείται βάσει κάποιων κανόνων και σταθερών και ακόμη λόγω της θέσης της στην Ευρωπαϊκή Ενωση έχει επιτύχει την άμβλυνση των εθνικών κινδύνων.

Μπορεί να πει κανείς ότι έχει διαμορφώσει σταθερές, ικανές να στηρίξουν το μέλλον. Ομως παρά την πρόοδο, η χώρα κυριαρχείται από πλήθος ελλειμμάτων. Το σύστημά μας διατηρεί καθεστώτα αναχρονιστικά, η οικονομία δεν έχει εμπεδώσει τις αρχές της ανταγωνισμού, οι κανόνες συχνά παραβιάζονται, η διαφθορά τείνει να γίνει τρόπος ζωής, η παιδεία πάσχει, δεν είναι ικανή να στηρίξει την ανάπτυξη ισχυρών παραγωγικών δομών και γενικώς η βιωσιμότητα του ελληνικού οράματος φαντάζει επισφαλής, ευθέως εξαρτημένη από το ύψος των κοινοτικών πόρων, οι οποίοι κάποτε θα σωθούν.

Αυτή είναι και η μεγάλη πρόκληση της παρούσης περιόδου. Για να διατηρηθούν τα επιτεύγματα των προηγούμενων πενήντα χρόνων ακέραια και να εξασφαλισθεί η συνέχιση της προόδου απαιτείται άλμα ποιοτικό, μέσω του οποίου θα επιτυγχάνεται η απεξάρτηση της ανάπτυξης από τέτοιους εξωγενείς παράγοντες. Κάτι τέτοιο όμως επιβάλλει άλλη πολιτική συμπεριφορά. Αναγνώριση της πραγματικής θέσης της χώρας, ακριβή αποτύπωση των συνθηκών, οικονομικών και άλλων, κατάρτιση συγκεκριμένου σχεδίου με υιοθέτηση στόχων και χρονοδιάγραμμα και βεβαίως ηγεσίες εμπνευσμένες με σταθερούς προσανατολισμούς και έτοιμες να συγκρουσθούν με συμφέροντα και κατεστημένες λογικές. H πολιτική σε τούτη τη νέα φάση της ωρίμασης οφείλει να εμπνευσθεί ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, με έντονα εξωστρεφή χαρακτηριστικά και στόχο την ενδυνάμωση της ελληνικής παρουσίας τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην ευρύτερη περιοχή της Βαλκανικής και της Ανατολικής Μεσογείου. H Ελλάδα μπορεί να προσβλέπει σε διατήρηση και ενίσχυση του επιπέδου ευημερίας, μόνο αν επιτύχει να παίξει ρόλο περιφερειακού παίχτη και αν καταφέρει να αναδείξει τα προϊόντα και τις υπηρεσίες της στον κόσμο. Αυτό είναι το στοίχημα της επόμενης δεκαετίας. Και αυτό το στοίχημα απαιτεί ισχυρότερες και άρτια οργανωμένες επιχειρήσεις, που θα λειτουργούν σε συνθήκες ανταγωνισμού και θα είναι ικανές να «χτυπήσουν» τις απαιτητικές αγορές της υπόλοιπης Ευρώπης. Τούτο επιβάλλει επίλυση του ασφαλιστικού, πιο ευέλικτη αγορά εργασίας, έλεγχο των δημοσίων οικονομικών, μείωση του χρέους και γενικώς διαμόρφωση συνθηκών για τη ζητούμενη εδώ και χρόνια έκρηξη επιχειρηματικότητας σε όλους τους τομείς, από τη γεωργία και τον τουρισμό, μέχρι τις νέες τεχνολογίες και τις κατασκευές.

Μόνο που γι’ αυτά δεν έχουμε ακούσει ακόμη τίποτε στην παρούσα εκλογική περίοδο. Και κυρίως αναμένουμε να δούμε το συνδυασμό συνεκτικών μεταξύ τους πολιτικών, που θα δεσμεύουν και θα οδηγούν στον στόχο. Ισως στις επόμενες τρεις εβδομάδες να λυθούν οι γλώσσες και να ξεφύγουν από τη συνήθη γενικόλογη ρητορεία της νέας εποχής και της νέας διακυβέρνησης.