ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενδοσκοπος

Ολα τα πολιτικά κόμματα που διεκδικούν θέση στη Βουλή η οποία θα προκύψει από τις εκλογές της επόμενης Κυριακής, εκτιμούν, το καθένα με τα δικά του λόγια, ότι πρέπει να συμβεί προσεχώς στην Ελλάδα κάποια σημαντική «αλλαγή», να αντιμετωπιστούν σωστά τα πολλά προβλήματα των δυσαρεστημένων λαϊκών στρωμάτων, να ασκηθούν νέες, αποτελεσματικές κοινωνικές πολιτικές, να παταχθεί η κακή λειτουργία των κρατικών μηχανισμών, να σχεδιαστεί το ταχύτερο ένα νέο μοντέλο εθνικής, ισόρροπης, ανάπτυξης που θα εξάλειφε τις σημερινές ανισότητες και τις κοινωνικές δυσπλασίες που σήμερα ταλαιπωρούν τη χώρα.

Από την όλη προεκλογική τελετουργία, όμως, αυτό που έχει προκύψει έως τώρα είναι η έκφραση μιας γενικώς καλής διάθεσης των κομμάτων για εργασία προς αυτές τις κατευθύνσεις, ενώ ο πολιτικός λόγος όλων είναι επί της ουσίας λίγο ή πολύ αραιός. Το κύριο πολιτικό συμπέρασμα που μπορεί, όμως, να εξαχθεί από τα προεκλογικώς συμβαίνοντα και λεγόμενα είναι ότι και σε τούτη την προεκλογική μάχη τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας σταθερά υποστηρίζουν το ίδιο πλαίσιο οικονομικής πολιτικής και με δεδομένο ότι η Νέα Δημοκρατία εκτιμά ως μείζονα αποτυχία, με σημαντικές επιπτώσεις σε εθνικό επίπεδο, τη διαχειριστική πολιτική των «εκσυγχρονιστών» του ΠΑΣΟΚ οι οποίοι βρέθηκαν επί μία οκταετία στην εξουσία. Πέραν αυτού, ουδείς παραγωγικός ή μη πολίτης έχει σήμερα λόγο να περιμένει ότι η κυβέρνηση η οποία θα σχηματιστεί την 8η Μαρτίου θα προωθήσει νέες πολιτικές, με πρωτότυπα στοιχεία, μέσα από τις οποίες θα προέκυπταν αληθινές αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό της χώρας.

Και τα δύο μεγάλα κόμματα υπόσχονται, πάντως, πολλά νέα και ευχάριστα πράγματα στα ακροατήριά τους. Από τα λόγια τους, ποιοι μπορούν να είναι παραπονεμένοι; Για όλους, επιχειρηματίες, εργαζομένους και εργαζόμενες κάθε κατηγορίας, αγρότες, συνταξιούχους, νεολαία, φοιτητές, έχουν ένα καλό λόγο οι ηγεσίες των δύο μεγάλων κομμάτων. Ποιος από τους ρήτορές τους δεν υπόσχεται περιφερειακή ανάπτυξη, πάταξη της ανεργίας, προστασία των εισοδημάτων, ενίσχυση των πενέστερων τάξεων; Και ποιοι και γιατί να διαφωνήσουν με τα καλά και ευχάριστα τέτοιων υποσχέσεων;

Στο κέντρο του παιχνιδιού…

Ομως, για κανενός είδους επικείμενη μεγάλη «αλλαγή» δεν μπορεί να γίνεται στα σοβαρά λόγος. H αιτία γι’ αυτό είναι συγκεκριμένη: πίσω από τις προεκλογικώς εκφραζόμενες διαφωνίες των δύο «μονομάχων» υφίσταται -ας μην το ξεχνάμε- μια απόλυτη συναίνεσή τους σε ό,τι αφορά την αντίληψη για τη διατήρηση ενός βασικού σχήματος πολιτικής, που υπαγορεύεται από τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις τής εντός ONE Ελλάδας. Αυτό δεν αγνοείται από τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών της χώρας. H γνώση όμως της πραγματικότητας δεν εμποδίζει κάθε πολίτη να απαιτεί από τη θέση που κατέχει στον καταμερισμό εργασίας στη χώρα τη βελτίωση των όρων ζωής του σε όλα τα επίπεδα, σε μία ευνομούμενη κοινωνία, έστω αποδεχόμενος το «μονόδρομο» στον οποίο οδηγεί η λογική αυτής της συναίνεσης. Και το αίτημα αυτό έχει γίνει σήμερα πιο επιτακτικό για ένα λόγο, που βρίσκεται, όχι αδίκως, και στο κέντρο της εκλογικής μάχης σήμερα:

Τούτη τη φορά, μπορεί μεν τα δύο μεγάλα κόμματα να αγωνίζονται πάλι να κρύψουν προεκλογικώς τις πολλές ομοιότητές τους (τις οποίες συστηματικά επισημαίνει στο εκλογικό σώμα η Αριστερά), αλλά από τη μάχη τους πρόκειται να κριθεί το αν θα βρεθεί ή όχι εκτός κυβερνητικής εξουσίας ένα κουρασμένο, φθαρμένο και κατηγορούμενο για σχέσεις με δίκτυα διαπλεκόμενων πολιτικο-οικονομικών συμφερόντων ΠΑΣΟΚ, που με την πρακτική του ταλαιπωρεί την ίδια τη συναίνεση και προκαλεί παραζάλη σε μια φορτωμένη με προβλήματα κοινωνία.

Αυτό, λοιπόν, που χωρίζει ουσιαστικά σήμερα την ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας από το ΠΑΣΟΚ είναι ότι το «σύστημα» του τελευταίου προδίδει το σχήμα της συναίνεσης, μη σεβόμενο τους όρους λειτουργίας της. Αυτό που τώρα επί της ουσίας υπόσχεται ο πρόεδρος της Ν.Δ. κ. K. Καραμανλής στις διαταραγμένες συνιστώσες της συναίνεσης είναι ότι θα φροντίσει, ώστε να τηρούνται στο εξής, όπως θα πρέπει, όλοι οι πολιτικο-οικονομικοί κανόνες της. Αυτό που έχει προκαλέσει μεγάλη διαταραχή και προβλήματα στο σύστημα λειτουργίας των εθνικών πραγμάτων, κατά τα οριζόμενα από το Σύνταγμα και τους Νόμους της χώρας και από τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της χώρας στο πλαίσιο του Συμφώνου Σταθερότητας, είναι ότι το «εκσυγχρονιστικό» ΠΑΣΟΚ στη διάρκεια της 8ετίας του δεν σεβάστηκε το παραπάνω σύστημα κανόνων και διά πράξεων και διά παραλείψεων τελικώς το κουρέλιασε.

Σ’ αυτό το ζητούμενο -την αποκατάσταση των κανόνων λειτουργίας τής (μετά το «Μάαστριχτ») πολιτικής συναίνεσης- βρίσκεται, νομίζουμε, το κύριο ενδιαφέρον αυτής της εκλογικής μάχης που δίνουν τα δύο μεγάλα κόμματα. Βέβαιο είναι ότι έτσι όπως έχουν σήμερα τα πράγματα στην Ελλάδα, τα «διαπλεκόμενα», διαθέτοντας σημαντικές στηρίξεις από πολιτικούς χώρους, φρενάρουν συστηματικά κάθε πραγματική αναπτυξιακή διαδικασία. Αν η Ν.Δ. του κ. K. Καραμανλή (σήμερα «φαβορί» στην κούρσα) κερδίσει την εκλογική μάχη, θα φέρει πλέον ακέραιη την ευθύνη για την πραγματοποίηση μιας σημαντικής αλλαγής που θα οδηγούσε σε συντριβή των εθνικά ζημιογόνων «διαπλεκομένων».

Αν μια τέτοια αλλαγή δεν επέλθει ταχύτατα, πριν από κάθε τι άλλο, τότε όλα τα υπόλοιπα τα οποία υπόσχεται η Νέα Δημοκρατία στην ελληνική κοινωνία δεν πρόκειται να υλοποιηθούν. Τα «διαπλεκόμενα» μπορεί να αντλούν δυνάμεις πρώτα από τα «ρετιρέ» της πολιτικής, αλλά στη συνέχεια το «πνεύμα» και οι πρακτικές τους διαχέονται σε πολλά επίπεδα, φθείροντας και διαφθείροντας κρατικούς μηχανισμούς και παραγωγικούς χώρους και απογοητεύοντας βαθύτατα, βεβαίως, κάθε εντίμως πορευόμενο πολίτη. Ετσι, το συντελούμενο κακό προκύπτει τελικώς εκτεταμένο. Και φυσικό είναι, εννοείται, να μην ακούγεται αξιόπιστη κάθε υπόσχεση για τη διασφάλιση διαφάνειας και πάταξης των «διαπλεκομένων» προερχόμενη από την πλευρά του φθαρμένου ΠΑΣΟΚ σήμερα. Γνωστό είναι, άλλωστε, στα πολιτικά παρασκήνια ότι στο κόμμα του κ. Γ. A. Παπανδρέου η «γραμμή» στο θέμα αυτό είναι ότι η έντονη υπογράμμιση της υπόθεσης των «διαπλεκομένων» από τη Ν.Δ. και οι υποσχέσεις της για την επιβολή της νομιμότητας και της τήρησης των κανόνων υγιούς ανταγωνισμού στον τομέα των επιχειρηματικών δράσεων προκαλεί προεκλογικώς στην «αγορά» φόβους πως στους κόλπους της θα προκαλούνταν «παραλυτικά» φαινόμενα, αν θα ερχόταν στην εξουσία το κόμμα του κ. K. Καραμανλή…

Ο κ. Γ. Παπανδρέου φέρνει χαμόγελα

Από εκεί και πέρα, και σε αυτήν την προεκλογική περίοδο δεν έλειψε ο λαϊκισμός, δεν έλειψε το γνωστό «προκάτ» σκηνικό που συνθλίβει τα μικρά κόμματα, δεν παρήχθη ουσιαστικός πολιτικός λόγος από τους «προβεβλημένους» των κομμάτων και των ιδιωτικών τηλεοπτικών καναλιών, δεν έλειψαν και οι σοβαροφανείς μπουρδολογίες ορισμένων «δημοφιλών» στα κανάλια καλλιτεχνών. Και φυσικά, δεν έχασαν ευκαιρία τα φιλικά προς το «σύστημα ΠΑΣΟΚ» γνωστά «ισχυρά» MME, για να δείξουν ότι όχι μόνο διαθέτουν «επιρροές» στην πολιτική σκηνή, αλλά και διατηρούν τη δυνατότητα συμμετοχής και στη λήψη κάποιων πολιτικών αποφάσεων. Δεν έλειψαν και τα χονδροειδή «επικοινωνιακά» τρικ των προεκλογικών επιτελείων των δύο μεγάλων κομμάτων ούτε και τα γνωστά «πράσινα» δημοσιογραφικά «βαποράκια» που, δραστήρια και εφέτος, απέδειξαν πόσο πολύ αποδοτικά δούλεψε ο «εκσυγχρονισμός» και στον χώρο αυτόν.

Ενα μόνο γεγονός ήρθε πάντως να διαφοροποιήσει σημαντικά το προεκλογικό σκηνικό σε σχέση με αυτό του παρελθόντος: Πρόκειται για το «χάπενινγκ» της ανάδειξης του κ. Γ. Ανδρ. Παπανδρέου στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ. Το «λάιφ στάιλ» και τα «επικοινωνιακά» του 52χρονου νέου αρχηγού, τα προβληματικά ελληνικά του και ο ασαφής «σκόρπιος» -πρωτότυπος από μία άποψη- πολιτικός του λόγος καθώς και τα γνωστά «ανοίγματά» του προς παρακμάζοντες νεοφιλελεύθερους και προς αζήτητους πρώην αριστερούς ήρθαν να φαιδρύνουν την προεκλογική ατμόσφαιρα και να διαψεύσουν εκείνους τους πολίτες, που πίστευαν, ότι μια προεκλογική περίοδος στην Ελλάδα είναι οπωσδήποτε πέρα από τα συνηθισμένα «ταρατατζούμ» μια πολύ πληκτική υπόθεση.