ΑΠΟΨΕΙΣ

Ποιο δίκαιο είναι ανώτερο

Το θέμα πήρε μια ευρύτερη δημοσιότητα, με αφορμή το νομοσχέδιο που θέλει να εμποδίσει την ανάληψη δημοσίων έργων και προμηθειών από πρόσωπα που μπορεί να ασκούν ανεπίτρεπτη επιρροή γιατί εξουσιάζουν μέσα μαζικής επικοινωνίας (βασικοί μέτοχοι σε εφημερίδες, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις). Υποστηρίχθηκε ότι οι σχετικοί κανόνες του νομοσχεδίου έρχονται σε σύγκρουση με κανόνες του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου, που κατοχυρώνουν την ελεύθερη λειτουργία της αγοράς. Αλλά το θέμα είναι γενικότερο και ίσως σπουδαιότερο από τη συγκεκριμένη υπόθεση: τι επικρατεί σε περίπτωση σύγκρουσης κανόνων του ελληνικού (ή όποιου άλλου εθνικού) δικαίου, με κανόνες που έχουν θεσπιστεί από όργανα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, κανονισμούς ή οδηγίες;

Το πρόβλημα θα γεννιόταν έτσι κι αλλιώς από τη στιγμή που τα ευρωπαϊκά κράτη αποφάσισαν να συνασπισθούν (και, κατά κάποιο τρόπο, να υποταχθούν) σε ένα νέο πολιτειακό σχήμα, που έχει πολλά γνωρίσματα ενιαίου «υπερκράτους», αλλά και δεν έχει γίνει (ακόμα;) ομοσπονδιακό κράτος. Τη γέννηση του προβλήματος είχε προβλέψει ο Ελληνας συνταγματικός νομοθέτης από το 1975 και από τότε έδινε το προβάδισμα σε κάποιους ξένους κανόνες.

Σύνταγμα ή κοινοτικό δίκαιο

Ανοιγε έτσι ο δρόμος για την αναγνώριση της υπέρτερης δύναμης κάποιων ξένων κανόνων δικαίου: οι ελληνικοί νόμοι έμπαιναν σε κατώτερη θέση στην ιεραρχία του δικαίου. Οι νόμοι ναι· αλλά τι θα πρέπει να γίνει αν οι ξένοι κανόνες έρχονται σε σύγκρουση όχι με ελληνικούς νόμους, αλλά με το ίδιο το Σύνταγμα; Γιατί και αυτό μπορεί να συμβεί, και αυτό ακριβώς συμβαίνει στην περίπτωση του νομοσχεδίου που αναφέρθηκε στην αρχή, γνωστού ως νομοσχεδίου για τον βασικό μέτοχο. Το νομοσχέδιο αυτό -άλλωστε και ο νόμος που ισχύει και τροποποιείται με το νομοσχέδιο- δεν είναι ελεύθερη έμπνευση του Ελληνα νομοθέτη, αλλά εκπλήρωση επιταγής του ελληνικού Συντάγματος.

Το ενδεχόμενο σύγκρουσης κανόνων του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου με κανόνες του Συντάγματος δεν είναι πρωτοφανές. Εχει εμφανισθεί στο παρελθόν, ακόμα και προσφάτως: η συνταγματική διάταξη που επιβάλλει τον δημόσιο χαρακτήρα της ανώτατης παιδείας στον τόπο μας φαίνεται σε αντίθεση με κάποιους ευρωπαϊκούς κανόνες που, έμμεσα έστω, καταλήγουν στην άποψη ότι επιτρέπεται η ανώτατη παιδεία να είναι και ιδιωτική. Τι επικρατεί; Το θέμα, με άλλες αφορμές, έχει απασχολήσει και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και το ελληνικό Συμβούλιο της Επικρατείας. Το θέμα, όμως, παραμένει άλυτο γιατί, όπως θα μπορούσε κανείς να υποθέσει, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι επικρατεί το ευρωπαϊκό δίκαιο, το ελληνικό δικαστήριο χωρίς ευθεία τοποθέτηση έκλινε μάλλον στην άποψη ότι επικρατεί το ελληνικό δίκαιο. Και ανάμεσα στα δύο ανώτατα δικαστήρια, ποιο θα επικρατήσει;

Μπορεί σε ένα κράτος να θεωρηθεί κάτι ανώτερο από το Σύνταγμά του; Το Σύνταγμα είναι, σε κάθε κράτος, το νομικό κείμενο που, κατά κάποιον τρόπο, ιδρύει το κράτος, ο καταστατικός του χάρτης που σε αυτόν στηρίζονται όλες οι εξουσίες και όλες οι λειτουργίες, ο υπέρτατος νόμος. Στη λογική της εσωτερικής έννομης τάξης, όλοι οι άλλοι κανόνες δικαίου είναι κατώτεροι. Και αν το ίδιο το Σύνταγμα ορίζει ότι κάποιοι «ξένοι» κανόνες είναι ανώτεροι από τους συνηθισμένους νόμους του κράτους, θα ήταν αδιανόητο να έχει ορίσει ότι αυτοί οι ξένοι κανόνες είναι ανώτεροι και από το ίδιο το Σύνταγμα, από τον ίδιο τον εαυτό του. Αδιανόητο; Γιατί δεν θα μπορούσε να δεχθεί κανείς ότι το Σύνταγμα, κυρίαρχα και αδέσμευτα θεσπίζοντας την ιεραρχία των κανόνων του δικαίου, επιτρέπει σε κάποιους κανόνες να είναι υπέρτεροί του;

Ενας ενιαίος νομικός χώρος

Το θέμα έχει άλλωστε και μιαν άλλη διάσταση που το κάνει ακόμα πιο περίπλοκο: οι κανόνες που θεσπίζονται από αυτό το ιδιόμορφο πολιτειακό σχήμα που είναι η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι πραγματικοί κανόνες διεθνούς δικαίου; ΄H μήπως είναι κάτι άλλο, διάφορο και ανώτερο; Από τη στιγμή της ένταξης σε ένα ανώτερο πολιτειακό σχήμα, που για πολλά θέματα μπορεί να παίρνει αποφάσεις δεσμευτικές για το εθνικό κράτος, που μπορεί ακόμα και ποινές (πρόστιμα) να επιβάλει στο εθνικό κράτος, μήπως έχει γίνει δεκτή μια νομοθετική εξουσία ανώτερη, που οι κανόνες της έχουν μεγαλύτερη δεσμευτικότητα από τους κανόνες διεθνούς δικαίου που, αυτοί, συμφωνούνται ανάμεσα σε ισότιμα κράτη;

Αν σ’ αυτά τα ερωτήματα δινόταν αρνητική απάντηση, πώς θα μπορούσε ποτέ να δημιουργηθεί αυτός ο ενιαίος νομικός χώρος που είναι αναγκαίος όχι απλώς για την ελεύθερη διακίνηση των προσώπων, των αγαθών και των υπηρεσιών, αλλά και γενικότερα για τη σταδιακή ενοποίηση της Ευρώπης; Το κάθε κράτος-μέλος της Ενωσης θα μπορούσε να οχυρώνεται πίσω από το Σύνταγμά του για να αρνείται την εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων. ΄H και ακόμη πιο μακιαβελικά: σε κάθε περίπτωση όπου ένας ευρωπαϊκός κανόνας δεν θα το βόλευε (ή δεν θα το βόλευε πια), το κάθε κράτος θα μπορούσε να τροποποιήσει το Σύνταγμά του (σε πολλά κράτη αυτή η τροποποίηση είναι ευκολότερη από ό,τι σε μας) και να θέσει εκτός εφαρμογής, στο πεδίο της δικαιοδοσίας του, τον ανεπιθύμητο κανόνα.

Πρόβλημα όχι μόνο νομικό

Φαίνεται να πρόκειται για περίπλοκο νομικό πρόβλημα. Και περίπλοκο μεν είναι, αλλά δεν είναι αμιγώς νομικό. Και οι δύο απόψεις θα μπορούσαν ευρεπώς να υποστηριχθούν – έχουν άλλωστε γίνει δεκτές σε υψηλόβαθμα δικαστήρια. H επιλογή έχει και έντονο πολιτικό χρώμα, καθώς εξαρτάται από τη βασική τοποθέτηση του καθενός απέναντι στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Αν βλέπει κανείς την Ευρώπη σαν μια χρήσιμη κοινοπραξία κυρίαρχων κρατών που επιδιώκουν ορισμένους σκοπούς όπως η ειρήνη και μια ενιαία αγορά για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης, το πρωτείο των εθνικών Συνταγμάτων πρέπει να διατηρηθεί. Αν η Ευρώπη είναι μια σταδιακή πορεία προς τη δημιουργία ενός νέου κρατικού σχήματος, εμπόδια από τα εθνικά Συντάγματα δεν χωρούν.

Αυτός ο πολιτικός χρωματισμός κάνει υποκριτική τη διέξοδο: το θέμα θα λυθεί από τα δικαστήρια. Πρώτον, γιατί μοιραία θα έμπαινε το ερώτημα: από ποια δικαστήρια, τα εθνικά ή το ευρωπαϊκό. Στο συγκεκριμένο θέμα (του βασικού μετόχου) πιθανή είναι η πρόβλεψη ότι τα ελληνικά δικαστήρια θα κήρυσσαν τον νόμο ισχυρό, αφού είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα, αγνοώντας την αντίθεση προς τις κοινοτικές διατάξεις, αλλά όταν το ζήτημα θα έφτανε -και ασφαλώς θα έφτανε- στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αυτό θα καταδίκαζε την Ελλάδα για παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Τότε ποιος θα πληρώσει τις αξιώσεις αποζημίωσης που θα προβάλουν όσοι θα έχουν αποκλειστεί από κάποιον διαγωνισμό; Αλλωστε και γενικότερα: είναι σφάλμα μέγα να παραπέμπονται στην κρίση των δικαστηρίων ζητήματα που θα έπρεπε να λυθούν με πολιτικές αποφάσεις – έτσι υπονομεύεται και η διάκριση των εξουσιών και η λειτουργία της Δικαιοσύνης.

Για πολλούς λόγους, με πολλές ελπίδες και με πολλές αβεβαιότητες μερικοί από εμάς πιστεύουμε ότι αυτήν τη στιγμή το καλύτερο χαρτί εξακολουθεί να είναι το χαρτί της Ευρώπης – και για την οικονομική ανάπτυξη και για τη διεθνή ισορροπία, αλλά και για την περιφρούρηση κάποιων αξιών που έχουν θεμελιώσει αυτήν τη μεγάλη μας πατρίδα. Είναι αλήθεια ότι οι τελευταίες εξελίξεις δεν επιτρέπουν πολλή αισιοδοξία – ας μη συμβάλλουμε και εμείς σε ένα κακό μέλλον.