ΑΠΟΨΕΙΣ

Μην το σκυλεύετε άλλο!

Γεννήθηκε πριν από πενήντα χρόνια. Και από την πρώτη του στιγμή, το Φεστιβάλ Αθηνών είχε καταφέρει να υπνωτίσει, να σαγηνεύει τους πάντες. Μέσα σε λίγες εβδομάδες έγινε διεθνές σημείο αναφοράς. Κι έκανε πολλά απ’ τα «ιερά τέρατα» της τέχνης των ήχων -και όχι μόνον- να πάρουν το αεροπλάνο για την Αθήνα: ο Μητρόπουλος και η Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης, ο Κάραγιαν και η Φιλαρμονική του Βερολίνου, ο Ανσερμέ και η Ορχήστρα της Ρωμανικής Ελβετίας, ο Ιστβάν Κερτέζ, ο Καρλ Μπεμ, ο Λέοναρντ Μπερνστάιν και αμέτρητοι άλλοι στο Ηρώδειο, κορυφαία σύνολα μουσικής δωματίου στη Στοά του Αττάλου, μεγάλοι τραγουδιστές… Δεν έχει κανένα νόημα να αναφέρει κανείς ονόματα. Στην πραγματικότητα, ήρθαν σχεδόν όλοι.

Ομως, αυτά, συνέβαιναν πριν από πενήντα χρόνια. Δεν συμβαίνουν πια. Κι εκείνος ο θεσμός που κάποτε απασχόλησε τις πιο απαιτητικές μουσικές στήλες των μεγάλων εφημερίδων στην Ευρώπη και την Αμερική και συζητήθηκε μεταξύ των μουσικόφιλων σε δύο ηπείρους ώς το «αουτσάιντερ», που θα άφηνε πίσω του ογκόλιθους σαν το Σάλτσμπουργκ και τη Λουκέρνη, σήμερα είναι απλώς ανύπαρκτος στη διεθνή σκηνή. Στην ουσία, με ελάχιστες εξαιρέσεις, πρόκειται απλώς για ένα θλιβερό τοπικό, μάλλον επαρχιακό συνονθύλευμα, που πλην των αμέσως εμπλεκομένων δεν σημαίνει τίποτα και δεν αφορά κανέναν…

Κι όμως η Ακρόπολη δεν έφυγε -ακόμα τουλάχιστον! H μαγεία της, η ενέργειά της που προσέλκυε όλους εκείνους τους μεγάλους, δεν χάθηκε. Χάθηκαν όμως άλλα. Χάθηκαν οι άνθρωποι εκείνοι που ήξεραν να παλέψουν γι’ αυτό το Φεστιβάλ, οι άνθρωποι που δεν έλεγαν μεγάλα λόγια, αλλά που ριγούσαν από τις δοξαριές των Βερολινέζων, που συγκλονίζονταν απ’ τις τενούτες των χάλκινων των νεοϋορκέζων, που για εκείνους η Ζακλίν ντι Πρε ή η Κρίστα Λούτβιχ δεν είναι απλώς ονόματα που ξέρουν ότι πρέπει να θαυμάζουν, αλλά είναι πηγές ισχύος ικανές να εκτοξεύσουν τις ζωές μας σε άλλους κόσμους. Χάθηκαν οι άνθρωποι που ήξεραν αληθινά τι συνέβαινε την ώρα που ο Σαρλ Μινς θα σήκωνε τη μπακέτα του και μια ολόκληρη ορχήστρα θα απογειωνόταν μαζί της για το μεγάλο ταξίδι στα φωτινότερα ύψη και τα απώτερα βάθη του ανθρώπου. Στην ουσία, χάθηκαν οι άνθρωποι που μπορούσαν να ταξιδέψουν σ’ αυτά τα ύψη και τα βάθη και που ένιωθαν την ανάγκη και την ευθύνη να το κάνουν έχοντας κι άλλους πολλούς μαζί τους.

Τέτοιοι άνθρωποι ήταν εκείνοι που έφτιαξαν το θρύλο του Φεστιβάλ Αθηνών. Στην πρώτη δεκαετία του, κάλπαζε. Και, ξαφνικά, ήρθε η καταστροφή. Ηρθε η χούντα. Οποιος μελετήσει το πρόγραμμα του καλοκαιριού του 1967 θα καταλάβει. H Αθήνα δεν είχε τίποτα να ζηλέψει ούτε από το Σάλτσμπουργκ, ούτε απ’ τη Λουκέρνη -το αντίθετο το συζητάμε. Οπως ήταν και ορθό και φυσικό, σχεδόν το σύνολο των ξένων συμμετοχών ματαιώθηκαν. H Δημοκρατία γύρισε, το Φεστιβάλ έκανε προσπάθεια να ξανασηκωθεί. Δύσκολα, αλλά προσπάθησε. Λίγο μετά, «ο Μπρεχτ στην Επαρχία» καταπλάκωσε την Ελλάδα. Ηταν μόνο η αρχή. Επειτα ήρθε η καταιγίδα: καφενείον το Ηρώδειο… Το χτύπημα ήταν τελειωτικό. Και το Φεστιβάλ, ως οντότητα ικανή να αποτελεί πνευματικό πόλο, δεν ξανασηκώθηκε ποτέ. Τώρα πια στο Ηρώδειο, το πολύ να «τραγουδήσει» ο Παβαρότι που τον κρατάνε να μην πέσει όπως η φωνή του.