ΑΠΟΨΕΙΣ

Διπλωματικές «σταθερές» και κριτική

Ετσι όπως εξελίχθηκαν μετά το 1996 τα πράγματα στην υπόθεση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, είναι σήμερα περίπλοκο ζήτημα ο χειρισμός του θέματος των εξελισσόμενων ευρωτουρκικών σχέσεων από την Αθήνα, με «παρεμβολή» την υπόθεση της Κύπρου. Οι απόψεις γι’ αυτό ποικίλλουν. Και τούτο είναι φυσικό να συμβαίνει. Αν εξαιρέσει κανείς την ακραία τοποθέτηση ορισμένων παραγόντων του υπουργείου Εξωτερικών, κατά την οποία πάσα κριτική στους κυβερνητικούς χειρισμούς αποτελεί οπωσδήποτε συνειδητή… «υπονόμευσή» τους, και αν εξαιρεθούν οι απέναντι ακραίες κριτικές εκείνων που συστηματικώς και αδιακόπως θεωρούν κάθε ασκούμενη πολιτική «ενδοτική», οι υπόλοιπες κριτικές απόψεις είναι όλες αιτιολογημένες. Είναι οι πολλές πτυχές της υπόθεσης που προβληματίζουν.

Το διπλωματικό παιχνίδι που παίζεται αυτές τις ημέρες στην Ευρωπαϊκή Ενωση στην υπόθεση της έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας έχει χρονικό βάθος. Εχει πίσω του μια δεδομένη παραγωγή αποτελεσμάτων, που ξεκίνησαν από την περιβόητη «αναθεωρημένη» πολιτική της Αθήνας έναντι της Τουρκίας μετά την επίσκεψη στην Ουάσιγκτον, την άνοιξη του 1996, του τότε πρωθυπουργού της χώρας. Κάθε κίνηση της ελληνικής διπλωματίας έκτοτε έχει να λάβει υπ’ όψιν τη μείζονα στρατηγική επιλογή εκείνης της χρονιάς και τα παραχθέντα εξ αυτής αποτελέσματα τα επόμενα τρία χρόνια.

Θεωρητικώς, η Αθήνα θα μπορούσε, βεβαίως, σήμερα να τοποθετηθεί εντός της E.E. στο ζήτημα της Τουρκίας (αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας) κατά τρόπο διαφορετικό από αυτόν που δείχνει να έχει επιλέξει. Πρακτικώς, μια αλλαγή στάσης, μια πιο «δυναμική» επιλογή, δεν είναι πλέον εύκολη δουλειά ούτε και εγγυάται μια θετική συνέχεια για τα ελληνικά και κυπριακά συμφέροντα. Μια «άλλη» απόφαση θα μπορούσε, λοιπόν, να ληφθεί σήμερα μόνον αν η κυβέρνηση K. Καραμανλή εκτιμούσε πως έχει τη δυνατότητα να αλλάξει μια σειρά από «σταθερές» που διαμορφώθηκαν τα τελευταία χρόνια σε αυτό το πεδίο πολιτικής, αλλά και ειδικότερα μετά την 7η Μαρτίου 2004, οπότε η νέα κυβέρνηση μέτρησε με τη δική της λογική το βάρος της υπόθεσης της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας σε σχέση με αυτό των επιδιώξεών της στον τομέα των διμερών σχέσεων (Αιγαίο) με την Αγκυρα.

Επιπλέον, το γενικότερο πολιτικό τοπίο στην Ενωση σχετικώς με την υπόθεση της τουρκικής ενταξιακής πορείας είναι θολό. Οι εταίροι, οι οποίοι εμφανίζονται τώρα να απορρίπτουν την ιδέα πλήρους ένταξης της Τουρκίας στην E.E., είτε δεν έχουν ξεκάθαρα πολιτικά κίνητρα πίσω από τη στάση τους είτε πολύ καθυστερημένα παρουσιάζουν τις εντάσεις τους, έπειτα από μια πολυετή, επίμονη, στήριξη της ενταξιακής προοπτικής της Αγκυρας. Δύσκολο, λοιπόν, το «σταυρόλεξο» για την ελληνική διπλωματία, χωρίς αυτό να δικαιολογεί αυτομάτως ως μοναδικώς εφικτή κάθε τακτική κίνησή της στην παρούσα φάση.