ΑΠΟΨΕΙΣ

Ποιος οργάνωσε την πορεία;

Μα, να σας πω την αλήθεια, τους χάρηκα τους νέους στην πορεία της Θεσσαλονίκης. Κλέβοντας λίγο χρόνο και θέλοντας να είμαι κοντά στα γεγονότα, «το ‘σκασα» για λίγο από το «Βελίδειο» (πρόκειται περί τραγικού οικοδομήματος) και βρέθηκα στην καρδιά της πορείας, ανάμεσα σε νέα, κυρίως, παιδιά, που βάδιζαν με τα «πανό» και τα «πλακάτ» τους, φωνάζοντας ρυθμικά συνθήματα κατά της ανεργίας, της φτώχειας και της ακρίβειας. «Εντάξει, αφού υπάρχουν νέα παιδιά στη διαδήλωση, είμαστε σε καλό δρόμο», σκέφθηκα. Ακόμη κι ο δεκαεξάρης πιτσιρικάς, που φορούσε τη μαύρη μπλούζα με φωτογραφία του Βελουχιώτη, για τον οποίο πρέπει να γνώριζε όσα γνωρίζουν και οι κομψευόμενες κυρίες που φορούν μπλουζάκι με τον Τσε, μου φάνηκε γοητευτικός. Ναι, μπορεί ελάχιστα να συμφωνεί κανείς με όσα ο άλλος πιστεύει, αλλά η διεκδικητική νεολαία ποτίζει καλά και σωστά το δέντρο της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αν η νεολαία αδιαφορήσει, το δέντρο ξεράθηκε! Αργότερα, απολαμβάνοντας έναν καφέ στην Αριστοτέλους, που την είχαν ήδη καθαρίσει σε χρόνο μηδέν τα συνεργεία του δήμου (μπράβο στον δήμαρχο για την άμεση επέμβαση), συζητούσα με τη συντροφιά μου, συναδέλφους, επιχειρηματίες και στελέχη επιχειρήσεων. Μετά τα «δηλητηριώδη» σχόλιά τους για τον γνωστό πλέον γάμο που έλαβε χώρα στο «κτήμα Ραυτόπουλου» (δεν αντελήφθην αν πράγματι διαφωνούσαν με όσα έγιναν εκεί ή ζήλευαν τον… τυχερό), μίλησα για το συναίσθημα που με κετέλαβε όταν βρέθηκα στις όχθες της πορείας. «Και δεν σε δείρανε, έτσι που ήσουν, με κοστούμι και γραβάτα;» ήταν η ερώτηση-καρφί. Αφού τους θύμισα το κλασικό «ο Λένιν φορούσε πάντα λαιμοδέτη» αλλά και πως «ο Τσε ήταν γόνος αστών», εξέφρασα την απορία μου: «Εντάξει, τη φωνή της καρδιάς (εν πολλοίς και την τότε γραμμή») την ξεχάσαμε, την ξεγράψαμε, ίσως καταλάβαμε γρήγορα πως δεν μας πήγαιναν εκεί που μας έλεγαν. Θα είμαστε, όμως, όπως σήμερα αν δεν είχαμε διεκδικήσει, δεν είχαμε αντιδράσει, δεν είχαμε αμφισβητήσει; Εμείς δεν είμαστε οι «μαλλιάδες» των ’60’s-’70’s; Εμείς δεν μεγαλώσαμε με τα τραγούδια του Lennon, του Dylan, της Baez; Πώς μπορείς να ξεχάσεις τα νιάτα σου, να αρνηθείς την πιο ζωντανή πλευρά της γραμμής της παλάμης σου, να λησμονήσεις τα χρόνια που πίστευες ότι μόνο με τον αγώνα μπαίνουν τα θεμέλια για μια καλύτερη ζωή; Πώς μπορείς να γυρίσεις την πλάτη ή να καταδικάσεις μια μεγάλη, πολιτισμένη και στιβαρή συγκέντρωση, που προβάλλει το αίτημα για δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος;»! H αντίδραση της παρέας ήταν άμεση. «Θες να κοπούν οι πορείες; Στείλε όλους αυτούς μια βδομάδα στην Αφρική, να δουν τι σημαίνει «κάτω απ’ τα όρια της φτώχειας», είπε ο ένας, ενώ άλλοι μου θύμισαν ότι «ο Πολυζωγόπουλος κι ο Παπασπύρος θυμήθηκαν τη Θεσσαλονίκη έπειτα από είκοσι χρόνια»! Και δεν είχαν άδικο. Οι συνδικαλιστές, όμως, κάνουν τη δουλειά τους (περί επαγγελματιών πρόκειται) και τα λεγόμενά τους δεν έχουν πλέον απήχηση στις μάζες. Αλίμονο αν οι «εργατοπατέρες» του κομματικού σωλήνα, εκπρόσωποι ενός φαιδρού κατεστημένου, πιστέψουν ότι εκείνοι οργάνωσαν τη συγκέντρωση της Θεσσαλονίκης. Την οργάνωσε η συνείδηση των νέων, που βλέπουν πως η παγκόσμια κοινωνία βρίσκεται σε κρίση. Κι αυτή η αμφισβήτηση εκ μέρους των εκπροσώπων του αύριο είναι που ζεσταίνει την ελπίδα και που δεν ανησυχεί ούτε στενοχωρεί καμιά σοβαρή κυβέρνηση…