ΑΠΟΨΕΙΣ

Μήνυμα από τη Θεσσαλονίκη

Τελικά, ο πρωθυπουργός, ο κ. Κώστας Καραμανλής, παρά τη γενική προσδοκία, δεν μοίρασε γλειφιτζούρια στην εμποροπανήγυρη της Θεσσαλονίκης. Ούτε καν το επίδομα θέρμανσης σε λίγους αναξιοπαθούντες, προς μεγάλη δυστυχία των τηλεοπτικών καναλιών. Προφανώς, με τη σκέψη ότι ναι μεν υπάρχουν αναξιοπαθούντες για διάφορους λόγους, δεν το εξετάζουμε. Οτι η πολιτεία οφείλει να σπεύσει προς ενίσχυσή τους. Αλλά αυτό δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με την οικονομική πολιτική. Εχει σχέση με την πολιτική πρόνοιας. Αλλο το ένα και άλλο το άλλο. Δεν μπορούμε να κάνουμε πολιτική πρόνοιας μέσω των τιμών (νομίζω ότι αργά ή γρήγορα θα το καταλάβει και ο κ. Λιάπης, αν δεν θέλει να καταστρέψει τις υπ’ αυτόν ΔΕΚΟ). Οι τιμές του πετρελαίου είναι υποχρεωτικές για όλους και η διαφοροποίησή τους απλώς ανοίγει την πόρτα της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου. Αν πρέπει να ενισχυθούν οι αναξιοπαθούντες, οι άνεργοι, οι χαμηλόμισθοι και οι χαμηλοσυνταξιούχοι, και ασφαλώς πρέπει, αυτό πρέπει να γίνει από το περίσσευμα της κοινωνικής αλληλεγγύης μας και όχι με τις τιμές, γιατί, εκτός των άλλων, τις χαμηλές τιμές τις απολαμβάνουν και οι έχοντες και οι μη έχοντες. Για τον ίδιο λόγο είναι άδικες (και προκλητικά σπάταλες) οι «δωρεάν» παιδεία και υγεία. Και κάτι γενικότερο: Μάλλον πρέπει να τα σκεφτούμε όλα από την αρχή, την κατανάλωσή μας, τις ευκολίες μας, τις απολαύσεις μας και τη ζωή μας γενικά με υψηλές τιμές πετρελαίου.

Ομως, τι να σημαίνει το ότι ο πρωθυπουργός την τελευταία στιγμή δεν μοίρασε γλειφιτζούρια στον λαό, ούτε καν εκείνα που προανήγγειλαν οι υπουργοί του, τροφοδοτώντας απερίσκεπτα τη γενική προσδοκία;

Επικοινωνιακά (όπως είναι του συρμού να λέγεται) ήταν μια τραγωδία, που κατ’ ανάγκην οδηγεί τον πρωθυπουργό σε πολλές σκέψεις για κορυφαίους συνεργάτες του. Είναι δική του δουλειά και δικός του πονοκέφαλος.

Για μας τους υπόλοιπους, αναξιοπαθούντες και μη, μπορεί να σημαίνει ότι ο πρωθυπουργός έστρεψε την πλάτη του στη διαχείριση της δυσαρέσκειας και της μιζέριας, της γκρίνιας και του πολιτικού κόστους και ατενίζει τα μεγάλα και στρατηγικά προβλήματα της ζωής μας: Πώς θα γίνουμε παραγωγικότεροι, πώς θα γίνουμε ανταγωνιστικότεροι ώστε τα προϊόντα μας να έχουν τη γενική αποδοχή, πώς θα παραγάγουμε περισσότερο πλούτο, ώστε να απορροφηθεί η ανεργία και να έχουμε μεγαλύτερα περιθώρια κοινωνικής αλληλεγγύης προς τους αναξιοπαθούντες. Και προπαντός, πώς θα τραβήξουμε προς αυτήν την κατεύθυνση το σύνολο των δυνάμεων και όλες τις φιλοδοξίες.

Επειδή πολλοί μιλούν για τους εργαζόμενους και την εργατική τάξη, πραγματικά έχουμε να επιλέξουμε: Ανάμεσα σε μια εργατική τάξη που συμμετέχει ενεργά, ανταγωνιστικά και φιλόδοξα στην παραγωγική διαδικασία, διεκδικώντας το μερίδιό της. Και ανάμεσα σε μια εργατική τάξη που αφήνει στους άλλους (στα αφεντικά της) την ευθύνη της ανάπτυξης, μεταβάλλεται σε θεατή και περιμένει τα γλειφιτζούρια για να επιβιώσει (π.χ. οι αγρότες που ρυθμίζουν την παραγωγή του βαμβακιού ανάλογα με την προσδοκώμενη επιδότηση, αγνοώντας προκλητικά την τιμή του. Καταστρέφονται οι ίδιοι, καταστρέφουν τη γη τους, καταστρέφουν και μας τους υπόλοιπους.

Δεν είναι βέβαιο ότι ο πρωθυπουργός, αρνούμενος να προβεί σε διαχειριστικές παροχές από τη Θεσσαλονίκη, θέλησε να μας στείλει ένα τέτοιο μήνυμα. Υποθέτω ότι ο ίδιος θα αναγκασθεί να το καταστήσει σαφές ή να βουλιάξει στη διαχείριση της δυσαρέσκειας και της μιζέριας…

Υ.Γ.: Στο σημείωμα της περασμένης Παρασκευής για την εμβόλιμη διάταξη περί μεταμοσχεύσεως γράφαμε ότι από την Επιτροπή Μεταμοσχεύσεων μειοψήφησε «μόνον ο καθηγητής Γιώργος Κουμάντος. Το αληθές είναι ότι ο κ. Κουμάντος μάς είπε ότι μειοψήφησαν επίσης ο δικηγόρος κ. Πάνος Πανοτόπουλος και ο γιατρός κ. Μανώλης Νικηφοράκης.