ΑΠΟΨΕΙΣ

H οργή του γάλλου πρέσβη

H δήλωση του Γάλλου πρέσβη στη Λευκωσία κ. Αντελέν Ντε Λα Τουρνιπέν, ότι η κυβέρνησή του «απαιτεί από τη Λευκωσία να δεχθεί το κείμενο της αντιδηλώσεως της E.E.», με τη διευκρίνιση ότι η Κύπρος πρέπει να εμπιστευθεί την Ενωση, διότι «διαφορετικά δεν έχει λόγο να είναι μέλος της λέσχης», υπήρξε βάναυση ως προς τη διατύπωσή της, αλλά και χρήσιμη για τη διάλυση των ψευδαισθήσεων.

Αυτό διόλου δεν σημαίνει ότι η προσπάθεια που κατεβλήθη τον τελευταίο ενάμιση μήνα από την Αθήνα και τη Λευκωσία υπήρξε μάταιη, διότι διά του τρόπου αυτού υπογραμμίσθηκε το ενδιαφέρον για ένα ζήτημα υψίστης σημασίας τόσο για την Κυπριακή Δημοκρατία όσο και για την Ελλάδα.

Ως άσκηση η όλη διαδικασία υπήρξε χρήσιμη, ενώ το γεγονός ότι η «προειδοποίηση» του Γάλλου πρεσβευτή στη Λευκωσία ουδένα επτόησε και το σχέδιο αντιδηλώσεως της E.E. στην τοποθέτηση της Αγκυρας ότι δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία δεν έγινε και χθες αποδεκτό από το Συμβούλιο των Μονίμων Αντιπροσώπων, καταδεικνύει τη σχετικότητα του ειδικού βάρους κάποιων δημοσίων τοποθετήσεων.

Η αντίδραση στη δήλωση της Τουρκίας, με την οποία συνόδευε την επέκταση του Πρωτοκόλλου της Τελωνειακής Συμφωνίας προς τις δέκα νέες χώρες της E.E., δεν προήλθε από τη Λευκωσία και την Αθήνα, που πιθανότατα είχαν κατά κάποιο τρόπο συναινέσει κατά τις επαφές τους με τη βρετανική προεδρία.

Το θέμα ήγειρε η Γαλλία για αποκλειστικά ιδίους λόγους, όπως η στήλη αυτή επεσήμανε από την πρώτη στιγμή. Εάν η γαλλική κυβέρνηση κάλυψε τις εσωτερικές ανάγκες με την αντίδρασή της στην Τουρκία, αυτό θα αποδειχθεί στο μέλλον.

Το βέβαιο είναι ότι ο κύριος στόχος της γαλλικής πρωτοβουλίας, που αποσκοπούσε στην υπονόμευση της βρετανικής προεδρίας και του πρωθυπουργού κ. Τόνι Μπλερ, ως Ευρωπαίου ηγέτη, που θα διαπαιδαγωγούσε τους Κεντροευρωπαίους και ειδικώς τους Γάλλους, αναλαμβάνοντας τις σχετικές πρωτοβουλίες στη διάρκεια του εξαμήνου στον οικονομικό τομέα, πέτυχε απολύτως.

Η βρετανική προεδρία αναγκάσθηκε να αναλώσει τον μισό της χρόνο, ασχολούμενη με ένα θέμα το οποίο επί της ουσίας είχε κλείσει ήδη από τον περασμένο Δεκέμβριο. Από τη στιγμή που ο στόχος αυτός επετεύχθη, η Γαλλία συνεργάσθηκε με τη Βρετανία για τη διατύπωση της κοινής θέσεως.

Χαμένη απ’ όλη τη διαδικασία δεν ήταν ασφαλώς η Λευκωσία, ούτε και η Αγκυρα, αλλά η Ευρωπαϊκή Ενωση, ένας οργανισμός αρχών που αποδεικνύεται ανίκανος να συμφωνήσει -έπειτα από έξι εβδομάδες- σε μια κοινή θέση αναιρετική της τουρκικής δηλώσεως για την Κύπρο, συμβατή με τις αρχές της και εξυπηρετική των συμφερόντων των μελών της.

Ουδέποτε και σε καμία φάση, φυσικά, δεν υπήρξε θέμα να κληθεί η Τουρκία από την E.E. να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία, πριν από την 3η Οκτωβρίου. Μια τέτοια προϋπόθεση δεν ήταν δυνατόν να τεθεί εκ των υστέρων, δεδομένης της αποφάσεως του συμβουλίου κορυφής της 17ης Δεκεμβρίου, που καλούσε την Αγκυρα απλώς να υπογράψει το Πρωτόκολλο. Εάν υπάρχει κάποιο όφελος -δυνητικό- για την Κύπρο είναι ότι η αντιδήλωση της E.E. θα καλεί την Τουρκία να εφαρμόσει πλέον το Πρωτόκολλο.