ΑΠΟΨΕΙΣ

Με κομμένα φτερά

H πορεία και τα προβλήματα της Ολυμπιακής (και της Αεροπορίας και του διάδοχου σχήματος των Ολυμπιακών Αερογραμμών) είναι υπόθεση χρονίζουσα και πολυσύνθετη, συνδεδεμένη με τα πολιτικά και οικονομικά ζητήματα στην αγορά των αερομεταφορών, αλλά και με τα ειδικότερα -και κραυγαλέα- πελατειακά χαρακτηριστικά του πολιτικού μας συστήματος. Μέσα στο πλήθος των παραμέτρων, οι τοποθετήσεις των πολιτικών κομμάτων είναι, όπως πάντα άλλωστε (αφού υπηρετούν πρωτίστως τις ανάγκες της κομματικής πολεμικής), απλουστευτικές. Αλλά και οι απόψεις, που ο καθένας μας εκφέρει, πάσχουν από έλλειψη γνώσεων και νηφαλιότητας.

Η στήλη δεν εξαιρείται. Και το μόνο που μπορεί να σημειώσει για τις τωρινές τοποθετήσεις κυβέρνησης και αντιπολίτευσης είναι ότι θα όφειλαν να μιλούν για την ουσία του προβλήματος. Το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί, λόγου χάριν, να παρασιωπά την αποτυχία των δικών του προσπαθειών εξυγίανσης, η δε κυβέρνηση δεν μπορεί να αναφέρεται μονίμως στο παρελθόν, αποσιωπώντας το τι έγινε επί των ημερών της και το αν προσπάθησε να επηρεάσει τη διαδικασία ενώπιον της Κομισιόν ή έπεσε σε ύπνο βαθύ. Αν σήμερα βρέχει και προκαλείται πρόβλημα, η κυβέρνηση δεν μπορεί να αρκείται στη δήλωση ότι επί Σημίτη… έβρεχε περισσότερο. Ούτε φυσικά είναι εύλογο να αποφεύγεται το καίριο πολιτικό ερώτημα, αν τελικώς η χώρα χρειάζεται κρατική αεροπορική εταιρεία και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, αν αυτή η εταιρεία έχει ανάγκη από επιδότηση – και πόση.

Τα ερωτήματα αυτά δεν τα προσέγγισε ούτε η αριστερή αντιπολίτευση. Προσανατολισμένη αποκλειστικά στην τύχη των εργαζομένων, η κ. Α. Παπαρήγα προτίμησε να σχολιάσει τις αναφορές της Κομισιόν στον ελεύθερο ανταγωνισμό ως «ανταγωνισμό που θυσιάζει τα συμφέροντα των εργαζομένων και προετοιμάζει το έδαφος για μάχη των γιγάντων της βιομηχανίας». Η ανάλυση αυτή, όμως, πέραν του ότι δεν καταλήγει σε ένα ρεαλιστικό «διά ταύτα», δεν διαχωρίζει τα πολιτικά ερωτήματα που εγείρονται. Ορθολογική προσέγγιση δεν μπορεί, όμως, να υπάρξει όσο μπερδεύει κανείς την τύχη των εργαζομένων με το αν πρέπει να υπάρχει κρατικός αερομεταφορέας και υπό ποίους όρους.

Ο διαχωρισμός των ζητημάτων θα γινόταν ίσως καθαρότερος, αν υπέθετε κανείς προς στιγμήν ότι η Ολυμπιακή δεν ήταν αεροπορική εταιρεία, αλλά π.χ. το μονοπώλιο παραγωγής σπίρτων. Υπό τις σημερινές συνθήκες θα ήταν μάλλον αδιανόητο να ισχυρισθεί κανείς ότι το κράτος πρέπει να διατηρεί τέτοιο εργοστάσιο. Το ζήτημα της τυχόν πτώχευσής του θα μετατοπιζόταν, έτσι, αποκλειστικά στην τύχη των εργαζομένων, άρα στο ευρύτερο ζήτημα κοινωνικής πολιτικής του πώς και πόσο στηρίζονται και βοηθούνται οι άνεργοι στην Ελλάδα. Σε γενικότερο επίπεδο θα εγειρόταν και το ερώτημα των αιτίων της ανεργίας. Αν, λόγου χάριν, το εργοστάσιο υπέκυπτε στον ανταγωνισμό των εταιρειών σπίρτων της Κίνας, όπου οι εργαζόμενοι αμείβονται με ψίχουλα, θα διαπιστώναμε εύλογα ότι η εξαθλίωση των Ασιατών εργαζομένων ασκεί πίεση στους Ελληνες. Και τα δύο αυτά όμως, δηλαδή τόσο η προστασία των ανέργων όσο και οι εξαθλιωτικές επιπτώσεις του «ελεύθερου εμπορίου», θα μας απασχολούσαν εξίσου είτε επρόκειτο για κρατικό είτε για ιδιωτικό εργοστάσιο. Μας απασχολούν για την Ολυμπιακή, όσο και για τα κλωστήρια της Νάουσας. Κανείς, όμως, δεν λέει ότι τα κλωστήρια της Νάουσας πρέπει να είναι κρατικά.

Για την Ολυμπιακή, αντίθετα, το υποστηρίζουν πολλοί. Για λόγους ασφαλείας. Για λόγους στρατηγικούς. Για λόγους εκτεταμένης αεροπορικής κάλυψης μιας χώρας μικρής μεν, αλλά νησιωτικής και τουριστικής. Για να αποφευχθεί το χάλι της ακτοπλοΐας, όπου ο ιδιωτικός τομέας, και επιδοτούμενος ακόμη, αποδεικνύεται αδύναμος να καλύψει τις ανάγκες. Ισχύουν, άραγε, αυτοί οι λόγοι; Αν ισχύουν, δεν σημαίνει βέβαια ότι πρέπει η κρατική εταιρεία να μεταβάλλεται σε πανάκριβη χοάνη αποκατάστασης κομματικών φίλων. Σημαίνει, όμως, πως πολιτική μας απόφαση είναι να υπάρχει τέτοια εταιρεία και να επιδοτείται – κι ας είναι αυτό άνισο για τους ιδιώτες.

Αν αυτή είναι όντως η πολιτική μας απόφαση, τότε… δεν δικαιούμαστε να τη λάβουμε. Με τις «υπογραφές» των κοινοτικών εταίρων (και της χώρας μας) η ισότητα των όρων ανταγωνισμού επικρατεί της πολιτικής εξουσίας του κράτους. Το βασικό πολιτικό νόημα της απόφασης της Κομισιόν είναι αυτό, όσο κι αν συνήθως το λησμονούμε. Η τύχη των εργαζομένων είναι επίπτωση δευτερογενής, συνδεδεμένη βεβαίως με την απελευθέρωση των διεθνών συναλλαγών, αλλά κοινή για την ιδιωτική και την κρατική οικονομία. Στην Ολυμπιακή έχουμε κάτι παραπάνω: τον απτό περιορισμό των πολιτικών επιλογών του κράτους, ακόμη και σε έναν τομέα που κρίνεται στρατηγικός.