ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι να κάνουμε

Ενα από τα βασικά προβλήματα της χώρας εξακολουθεί να αποτελεί η ποιότητα της λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού, των διοικητικών θεσμών και οργάνων στο κεντρικό και το περιφερειακό επίπεδο. Οι γνωστές αγκυλώσεις της κρατικής γραφειοκρατίας προβάλλουν εμπόδια στην οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική πολιτική με συνέπεια να διαμορφώνεται μια σύνθετη και αλληλοτροφοδοτούμενη σχέση ανάμεσα στα προβλήματα που εμφανίζονται στο πεδίο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, από τη μια πλευρά, και στην αδυναμία ή την αναποτελεσματικότητα των διαθέσιμων πολιτικών και διοικητικών μέσων για την επίλυσή τους, από την άλλη. Στο μέτρο δε που τα τελευταία αστοχούν ή αποτυγχάνουν στην αποστολή τους, μετατρέπονται από μέρος της επίλυσης του προβλήματος σε μέρος -και μάλιστα ουσιώδες- του ίδιου του προβλήματος που πρέπει να αντιμετωπισθεί.

Το ζήτημα είναι εάν η επέκταση με τη μια ή την άλλη μορφή του κράτους, με τη μορφή που αυτό έχει και λειτουργεί στη χώρα μας μετά τη μακρά «σοσιαλιστική» διακυβέρνηση, μπορεί να επιφέρει τις ενδεδειγμένες και απαιτούμενες λύσεις. Και τούτο διότι συχνά η ατελέσφορη κρατική παρέμβαση διογκώνει αντί να ελαττώνει και πολλαπλασιάζει αντί να επιλύει τα προβλήματα.

Μπορεί, λοιπόν, να συμπεράνει κανείς ότι θα ήταν λάθος να επιδιωχθεί σε βάθος χρόνου η ανορθωτική προσπάθεια στην κοινωνική και την οικονομική σφαίρα με μεθόδους και νοοτροπίες που είναι συνυφασμένες με τον «κυβερνητισμό» που κληρονομήσαμε από το παρελθόν, και του οποίου, μοιραία, είμαστε αιχμάλωτοι. Αντιστρόφως, η δυνατότητα και η επιτυχία της μεταρρύθμισης συναρτάται σε μεγάλο βαθμό με τη στρατηγική απόφαση για τη μείωση αντί την αύξηση του κρατικού παρεμβατισμού και της γραφειοκρατίας. Γιατί σε βαθύτερο επίπεδο εκείνο που χρειάζεται είναι η εξισορρόπηση κράτους και κοινωνίας πολιτών, η προαγωγή των συνθηκών ανάπτυξης της τελευταίας και η εισαγωγή στο ίδιο το κράτος και τη διοίκηση πολιτιστικών αρχών που είναι συνυφασμένες με την κοινωνία πολιτών.

Για τους λόγους αυτούς προέχει η «επανίδρυση του κράτους», όπως ορθά αναφέρει με κάθε ευκαιρία ο πρωθυπουργός, δεδομένου ότι αποτελεί την conditio sine qua non οποιασδήποτε μεταρρυθμιστικής προσπάθειας. Η μεγάλη πλάνη, η οποία θα πρέπει ωστόσο να αποφευχθεί, είναι να επιχειρηθεί η ουσιαστική μεταρρύθμιση της διοίκησης και του κράτους με νοοτροπίες και μεθόδους που είναι συνυφασμένες με την παράδοση του κρατισμού και του υπερβάλλοντος κυβερνητισμού, που κληρονομήσαμε και ως «fata mοrgana» εξακολουθεί να συναρπάζει και να γοητεύει πολλούς.

Αν επιδιωχθεί η γενική κοινωνική και πολιτική αναμόρφωση με ένα μη αναμορφωμένο κρατικο-διοικητικό μηχανισμό, είναι πιθανό να αποτύχει το όλο εγχείρημα και να επιδεινωθεί το πρόβλημα. Το νέο κρασί ίσως δεν πρέπει να τοποθετηθεί σε παλαιούς αλλά σε νέους ασκούς. Η ανόρθωση της οικονομίας και η ανασυγκρότηση του κοινωνικού ιστού δεν θα επιτευχθεί με περισσότερες κρατικές ρυθμίσεις και παρεμβάσεις, αλλά με λιγότερες και καλύτερα εστιασμένες πολιτικές πρωτοβουλίες, που να αντιμετωπίζουν τα αίτια και όχι τα επιφαινόμενα των προβλημάτων. «Καλύτερα λιγότερα, αλλά πιο ποιοτικά» – αυτή πρέπει να είναι η γενική κατεύθυνση και ο προσανατολισμός.

Το τμήμα του πληθυσμού της χώρας που δυσανασχετεί και αισθάνεται οικονομικώς στενάχωρα ίσως είναι μεγάλο. Η αιτία για αυτό το αίσθημα «αδικίας» αν όχι και «φτώχειας» δεν οφείλεται τόσο στην πραγματική, ούτως ή άλλως σε μια οικονομία της αγοράς, ανισότητα των εισοδημάτων, όσο κυρίως στην άνιση και άδικη αν όχι και εντελώς παράνομη κατανομή μεταξύ παραγωγικών και παρασιτικών, δημιουργικών και κρατικοδίαιτων απασχολήσεων. Οι οικονομικώς ασθενέστεροι και οι νέοι «μη προνομιούχοι» είναι κατά βάση αυτοί που δεν ευνοούνται από κρατικές προσλήψεις, αργομισθίες, προμήθειες και παρεμβάσεις ούτε είναι σε θέση να τις αξιοποιήσουν με τη γνωστή επιδεξιότητα, ως προς τη διαπλοκή και τις πελατειακές σχέσεις κάποιων άλλων. Αυτό το τμήμα του πληθυσμού δεν αναζητεί την καλυτέρευση της ζωής του μέσα από την πολιτική εύνοια που μπορεί να εξασφαλίσει από τους κρατούντες, αλλά αποζητεί μια άλλη, υγιέστερη μέθοδο διεξαγωγής της πολιτικής σε σχέση με την οικονομία, την κοινωνία και τον πολιτισμό.

Υπό την έννοια αυτή, η ανορθωτική προσπάθεια θα πρέπει να βασιστεί σε αυτό το τμήμα του πληθυσμού και ο κρατικός μηχανισμός να αναμορφωθεί με γνώμονα την καλύτερη αξιοποίηση αυτού του παραγωγικού δυναμικού, που καλύπτει τον «νέο κεντρώο χώρο».

* Ο Αντώνης Μακρυδημήτρης είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.