ΑΠΟΨΕΙΣ

H ιδεολογία των… άλλων

Μέσα στην εβδομάδα αυτή αναμένεται να επικυρωθεί από τη Γερουσία των ΗΠΑ ο διορισμός του Τζον Ρόμπερτς στη θέση του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας, μετά τον πρόσφατο θάνατο του Γουίλιαμ Ρένκουιστ. Ο πενηντάχρονος Ρόμπερτς, τον οποίον επέλεξε ο πρόεδρος Μπους, εγκρίθηκε από την αρμόδια επιτροπή της Γερουσίας την Πέμπτη – και η ολομέλεια δεν αναμένεται να αποφανθεί διαφορετικά.

Οσο και αν ακούγεται «ενδοαμερικανικό», το ζήτημα της σύνθεσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει ευρύτερο ενδιαφέρον λόγω του βεληνεκούς της διεθνούς επιρροής των ΗΠΑ. Οι εννέα ανώτατοι δικαστές της υπερδύναμης κρίνουν αποφασιστικά αν θα στραφεί προς φιλελεύθερη ή συντηρητική κατεύθυνση η ερμηνεία της αμερικανικής νομοθεσίας, άρα η ίδια η νομοθεσία – και συνακόλουθα η κοινωνία.

Ταυτίζοντας, αμέσως παραπάνω, τη νομοθεσία και την ερμηνεία της, φθάσαμε όμως στο σημερινό θέμα μας. Τι ενδιαφέρον έχει η ταύτιση ή η διαστολή του νόμου από την ερμηνεία του; Δεν είναι η ερμηνεία αναγκαίο στάδιο για την εφαρμογή του; Πού βρίσκεται η σύγκρουση; Οπως ο αναγνώστης θυμάται από τις ποικίλες περιπτώσεις στις οποίες η ελληνική πολιτική ηγεσία έχει καταφερθεί κατά των ανωτάτων δικαστηρίων (και ιδίως του Συμβουλίου της Επικρατείας, για τα δημόσια έργα, τα περιβαλλοντικά θέματα, τη μονιμοποίηση των συμβασιούχων κ.ο.κ.), οι πολιτικοί συχνά εγκαλούν τους δικαστές -και δη τους συνταγματικούς- ότι δεν ερμηνεύουν τον νόμο, αλλά τον διαπλάσσουν· ότι, ισχυριζόμενοι πως ερμηνεύουν μια διάταξη, θεσπίζουν στην πραγματικότητα μια άλλη με βάση τις δικές τους αντιλήψεις.

Σε πολλές περιπτώσεις, η αιτίαση αυτή είναι βάσιμη. O ίδιος ο Ρένκουιστ, συντηρητικότατος, ισχυριζόταν ότι αυτό ήταν το βασικό του παράπονο από τους προοδευτικούς συναδέλφους του στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ. Εμείς, θύμιζε, ούτε τους νόμους θέτουμε ούτε το Σύνταγμα. Αρμοδιότητά μας είναι μόνο να κρίνουμε αν οι πρώτοι είναι συμβατοί με το δεύτερο. Αυτή την ίδια θέση επανέφερε τώρα ο Ρόμπερτς κατά τις ακροάσεις στην επιτροπή της Γερουσίας. «Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν είναι χώρος για ιδεολογίες», είπε: «Σημασία έχει τι λέει το Σύνταγμα». Ποιος θα μπορούσε να διαφωνήσει;

Σχεδόν… όλοι. Δεν αμφισβητεί κανείς ότι οι δικαστές οικειοποιούνται ενίοτε τον ρόλο του νομοθέτη, ούτε ότι αυτό αποτελεί θεσμικό πρόβλημα. Τι εννοεί, όμως, ο Ρόμπερτς, όταν ζητεί να εξοβελιστεί η «ιδεολογία» από την ερμηνεία του Συντάγματος; Η εμπειρία από τον Ρένκουιστ, αλλά και από εξωδικαστικούς χώρους, προδίδει πως όσοι διακηρύσσουν αυτήν τη «μη ιδεολογική ερμηνεία» το κάνουν συνήθως για να στηρίξουν τη… δική τους ιδεολογική προσέγγιση. Τα νομοθετικά κείμενα και ιδίως το Σύνταγμα είναι γεμάτα από γενικές ρήτρες και διατυπώσεις, όπως «ισότητα έναντι του νόμου», «χρηστά ήθη», «έργο τέχνης». Αυτές έχουν γραφεί σκόπιμα έτσι, ώστε να χρειάζονται ερμηνεία «δημιουργική». Χάρη σ’ αυτήν, η έννοιά τους εξελίσσεται μαζί με τις αντιλήψεις της κοινωνίας. Την εξέλιξη αυτή τη βλέπουμε παντού, αρκεί όμως ως παράδειγμα ο τρόπος που αντιμετωπίζεται η σεξουαλική ελευθεριότητα σήμερα σε σύγκριση με τη δεκαετία του ’60.

Το γράμμα του νόμου δεν προσφέρει, λοιπόν, έτοιμη τη λύση. Ο δικαστής πρέπει να το ερμηνεύσει. Και αυτή η ερμηνεία είναι έμφορτη από ιδεολογία, από κρίσεις αξιολογικές – όπως, π.χ., το αν προτάσσει κανείς τις ατομικές ελευθερίες έναντι των μέτρων πρόληψης της τρομοκρατίας. Συνήθως εκείνοι που, όπως ο Ρόμπερτς, δηλώνουν ότι η ιδεολογία δεν έχει θέση, το κάνουν για να περιστείλουν την ερμηνεία, να περιορίσουν το πεδίο εφαρμογής των συνταγματικών διατάξεων και να επιβάλουν συντηρητικές αντιλήψεις. Ο Ρένκουιστ, π.χ., έλεγε πολλά εναντίον της ιδεολογίας στην ερμηνεία, στα σημαντικά θέματα όμως έκρινε πάντοτε με βάση την… ιδεολογία του.

Η άποψη ότι η νομική ερμηνεία μπορεί να είναι ιδεολογικά γυμνή αποδεικνύεται, λοιπόν, συχνά απλή δικαιολογία για την επιβολή μιας άλλης ιδεολογίας. Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο στα νομικά. Με κορυφαίο παράδειγμα τα οικονομικά, μεγάλα αξιολογικά ζητήματα (όπως αν ως μείζον οικονομικό πρόβλημα κρίνεται ο πληθωρισμός ή η ανεργία, η παραγωγή πλούτου ή η διανομή του) εμφανίζονται ως δήθεν «τεχνικά», για να εκτοπισθούν από τον πολιτικό διάλογο και την αξιολογική μάχη. Οπως στην ερμηνεία των νόμων, έτσι και εκεί, αποτέλεσμα δεν είναι να υιοθετηθεί μία δήθεν αναμφισβήτητη, μη ιδεολογική λύση, αλλά να επιβληθεί μια ιδεολογία που επικρατεί (και) γιατί πετυχαίνει να απαρνείται τη φύση της και να μεταμφιέζεται ως πολιτικά ουδέτερη και «αντικειμενική».