ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανεμοδεικτης

N α, λοιπόν, που έπειτα από μια σχετικά μακρά περίοδο «εντατικής καλλιέργειας» και υπερεκμετάλλευσης του μπάσκετ στην Ελλάδα, που αναπόφευκτα έφερε την κόπωση και την «κοιλιά» στην απόδοση από πλευράς ομάδων και τη σταδιακή αδιαφορία και την απομάκρυνση του κόσμου από τα γήπεδα, το άθλημα… ξαναγεννιέται, έρχεται πάλι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, μαζεύει εκατοντάδες χιλιάδες και τους καθηλώνει ως τηλεθεατές, βγάζει τα πλήθη στους δρόμους, γιατί ξανάρθε «το τιμημένο» στην Ελλάδα, 18 ολόκληρα χρόνια έπειτα από εκείνον τον θρίαμβο του ’87. Ενα θρίαμβο που για ένα πολύ μεγάλο διάστημα φάνηκε να εκτοπίζει κάπως (σχετικά πάντα, αν αναλογισθεί κανείς τη διαφορά δημοφιλίας των δύο αθλημάτων στη χώρα μας…) το ποδόσφαιρο από την πρώτη θέση στις καρδιές των φιλάθλων, έφερε το μπάσκετ στις γειτονιές και τις πλατείες, κατέστησε τον Γκάλη, τον Γιαννάκη, τον Φασούλα, τον Καμπούρη, τον Χριστοδούλου και τ’ άλλα παιδιά της «χρυσής 12άδας» τα νέα ινδάλματα και πρότυπα για την πιτσιρικαρία, έστησε πρόχειρες μπασκέτες σε γωνιές και άδειους τοίχους, και στις (όσες είχαν απομείνει…) αλάνες για χρόνια το κλασικό «δίτερμα» ή «μονότερμα» με τα τόπια και τις ποδοσφαιρικές μπάλες υποχώρησε μπροστά στη νέα αγάπη…

Είναι πολύ ενδεικτικό το γεγονός πως αθλητικοί σχολιαστές αλλά και προσωπικότητες από τον χώρο του μπάσκετ, με αφορμή την πολύ καλή πορεία και τελικά τον προχθεσινό θρίαμβο της εθνικής μας ομάδας, σχεδόν όλοι… γύριζαν «στα χρόνια τα παλιά», έκαναν αναφορές και συγκρίσεις με την κατάσταση που διαμορφώθηκε στην Ελλάδα έπειτα από εκείνη την απρόσμενη επιτυχία της «άλλης εθνικής», που οι σημερινοί πρωταθλητές Ευρώπης «χάζευαν» και λάτρευαν ως μικρά παιδιά, που κόλλαγαν «πόστερ» στα δωμάτιά τους με εκείνους τους αστέρες…

Δεν «έσβησε» εκείνη η εθνική και η παράδοση που δημιούργησε ξαφνικά πέτυχε στη συνέχεια διακρίσεις και τίτλους που έκαναν το ελληνικό μπάσκετ να συζητιέται σε ολόκληρο τον κόσμο. Αλλά με τον καιρό και την εμπορική υπερεκμετάλλευση του αθλήματος (που έδειξε πώς μπορεί «να φέρει λεφτά» σε επιχειρηματίες που ανέλαβαν τις διοικήσεις των ελληνικών ομάδων…) ήρθε νωρίτερα από το αναμενόμενο η φθορά και η κάμψη, ο κορεσμός…

Σχεδόν κάθε δεύτερη μέρα και από μια «ζωντανή μετάδοση» κάποιου αγώνα μπάσκετ του πρωταθλήματος – τα Σαββατοκύριακα ακόμη και τρεις! Σπόνσορες των ομάδων έριξαν λεφτά στις ομάδες για να «παίζει» τηλεοπτικά η φίρμα τους κάθε λίγο και λιγάκι – κι από τη δική τους πλευρά οι ομάδες για να κρατάνε το ενδιαφέρον συνεχώς σε… υψηλή θερμοκρασία, άρχισαν έναν άνευ προηγουμένου ανταγωνισμό μεταξύ τους, στο ποια θα «φέρει» τα πιο τρανταχτά ονόματα από το εξωτερικό (στην αρχή επιτρεπόταν μέχρι δύο σε κάθε ομάδα, μετά ο «σκόπελος» παρακάμφθηκε με την… προκλητική μέθοδο των «ελληνοποιήσεων», ύστερα ήρθε και το «ελεύθερο» των ξένων συμμετοχών εφόσον οι ξένοι παίκτες είχαν -με κάποιο «τρόπο»- ευρωπαϊκό διαβατήριο!), με αποτέλεσμα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα οι «ελληνικές» ομάδες να απαρτίζονται από παίκτες όλων… των εθνικοτήτων του πλανήτη, εκτός από Ελληνες!

Στην «τρέλα» των μεταγραφών και στην τακτική των ομάδων να μην κρατούν για αρκετές αγωνιστικές περιόδους τους ίδιους ξένους παίκτες (εκτός ορισμένων εξαιρέσεων) οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η βαθμιαία αποστασιοποίηση του ελληνικού φίλαθλου κοινού, η έλλειψη ταύτισής του με τους αγωνιζόμενους, την ομάδα, που ήταν «ελληνική» μόνο κατ’ όνομα σε σημείο που κατά τις τηλεοπτικές μεταδόσεις, πολύ συχνά να μην αναφερόταν ούτε ένα, έτσι για δείγμα, ελληνικό όνομα! Και τον πρώτο καιρό μετά την «έκρηξη» του ’87 το εκ συνήθειας και… εκ μεταφοράς πάθος συνεχιζόταν, με την πάροδο του χρόνου, όμως, μειωνόταν και έσβηνε…

Αντί να καλλιεργηθεί σωστά και σε βάθος (από τον σχολικό αθλητισμό) το άθλημα, αντί οι μανιώδεις με το μπάσκετ πιτσιρικάδες που έσπευδαν να γραφούν σε σωματεία να αποτελέσουν το φυσιολογικό φυτώριο από το οποίο θα ξεπηδούσε η νέα φουρνιά παικτών που από μέσα της θα διακρίνονταν τα ταλαντούχα αστέρια, για να εξασφαλισθεί η συνέχεια στο πραγματικά ελληνικό μπάσκετ, προτιμήθηκε η εύκολη και επιχειρηματικά αμέσου αποδόσεως «εισαγωγή» ξένων, που με την αίγλη και το παρελθόν τους θα γέμιζαν τα γήπεδα – και τις εισροές από τους σπόνσορες και τα τηλεοπτικά δικαιώματα…

Και όταν η «φούσκα» έσκασε (και νομοτελειακά θα έσκαγε, αφ’ ής σταμάτησε η ζωογόνος ταύτιση των νέων παιδιών με τις ομάδες και τ’ αστέρια της – συχνά εισαγόμενα όχι για την ικανότητά τους, αλλά για λόγους οικονομικών συμφερόντων, κάτι που βλέπουμε και στο ποδόσφαιρο να συμβαίνει, με τις… 11άδες που κάποιες φορές υπάρχουν μονάχα ένας-δύο Ελληνες!) και ο κόσμος απομακρύνθηκε, ήρθε η μετά βεβαιότητος απαξίωση και περιθωριοποίηση του αθλήματος. Μέχρι να… πιάσει πάτο, για να ξαναγυρίσει στις φυσικές ρίζες που τροφοδοτούν κάθε τι το ομαδικό, να ξαναρχίσουν τα σωματεία (με τα ταμεία των… ισχνών αγελάδων πια!) να αναζητούν ελληνικά ταλέντα και ελπίδες, που… χειροκροτήσαμε με «εθνικό ενθουσιασμό» προχθές στο Βελιγράδι, και τους επιφυλάξαμε υποδοχή ηρώων που μας έφεραν το «τιμημένο»!

Θα… βάλουμε τουλάχιστον μυαλό; Ή θα ξαναβρεθούμε πάλι στο ίδιο έργο θεατές;