ΑΠΟΨΕΙΣ

Το νερό και το χώμα

Υπάρχει λοιπόν χώμα; Υπάρχει χώμα να πίνει το νερό των ουρανών, ένα τμήμα του έστω, για να μικραίνει κάπως ο κίνδυνος και να μην παίρνει τις διαστάσεις του τυφώνα η νεροποντή; Μα και βέβαια υπάρχει χώμα. Στα λυμφατικά παρτέρια των πόλεων. Στα λείψανα που ασφυκτιούν ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερή λουρίδα κάθε λεωφόρου, λείψανα που οι δημοτικές αρχές σπεύδουν να τα βαφτίσουν «πάρκα» και «άλση». Στον Εθνικό Κήπο – όσος απέμεινε, κι όπως απέμεινε. Στις ελάχιστες αλάνες που δεν «αξιοποιήθηκαν» ακόμα, μία ανά δέκα χιλιάδες παιδιά, για να αναρωτιόμαστε έπειτα τι έγινε και κατάντησαν κατοικίδια τα βλαστάρια μας, υπνωτισμένα από τα τηλεπαιχνίδια τους, και κάποιες φορές άφιλα ή και αγοραφοβικά. A, υπάρχει και στις γλάστρες μας λίγο χώμα. Αλλά πόσο νερό να πιουν οι γλάστρες. Αλλωστε, και η δική τους αναλογία, ασήμαντη είναι, μία στους πέντε χιλιάδες αστούς – αμέτρητα τα μπαλκόνια δίχως ένα λουλουδικό, μια πρασινάδα· σε πιάνει η ψυχή σου να βλέπεις τόσους εξώστες, τόσες ταράτσες γυμνές, σημαδεμένες από την αδιαφορία και τον ωχαδερφισμό.

Δεν θα σωζόταν φυσικά ο κόσμος αν το χώμα δεν το είχαν σαρώσει οι πολυκατοικίες, η άσφαλτος, το τσιμέντο. Το νερό θα έβρισκε και πάλι τον τρόπο του να βλάψει. Αλλά θα εμποδιζόταν κάπως. Θα έχανε την ορμή του. Τώρα, ακόμα κι αν δεν έχει απελευθερωθεί από «ακραία καιρικά φαινόμενα» αλλά από συνήθη, δεν έχει διαφυγές και ξεσπάει καταστροφικό, περιφρονώντας παρεμπιπτόντως τους κυβερνήτες που φοράνε νιτσεράδες και γαλότσες και βγαίνουν για «αυτοψία». Και πώς αλλιώς να γίνει, όταν και τα ποτάμια μας ακόμα, ο πρώην Κηφισός και ο πρώην Ιλισός, είναι τσιμεντωμένα. Πώς να γίνει όταν σχεδόν όλα τα ρέματα έχουν μπαζωθεί κι έχουν οικοδομηθεί, σε ένα πολύχρονο παιχνίδι συνενοχής με συμπαίκτες άρχοντες και αρχόμενους.

«Η εκδίκηση της φύσης» λέμε και ξαναλέμε με κάθε καταγίδα, σαν για να ξορκίσουμε το κακό. Βολικές είναι οι ανθρωπομορφικού τύπου εξηγήσεις, αλλά καθόλου γνωστικό δεν είναι (κυρίως δε καθόλου αποτελεσματικό) να παραβλέπουμε τον κρισιμότερο παράγοντα: τον άνθρωπο, τις παρεμβάσεις του δηλαδή, αλόγιστες, άναρχες, άπληστες, χωρίς ιδιαίτερη έγνοια για το αύριο και το μεθαύριο. H φύση είναι το σπίτι μας, κι η φύση δεν το συνηθίζει να μπαζώνει, να πετάει τα σκουπίδια της όπου τύχει, ν’ αφήνει μπουκωμένα τα φρεάτια, να ρίχνει μπετά, να οικοδομεί ακόμα και μέσα στην κοίτη ποταμών. Οταν λοιπόν χαλάμε τα θεμέλια του σπιτιού μας, όταν του γκρεμίζουμε τα δοκάρια, τι άλλο μπορούμε να περιμένουμε εκτός από το ότι θα πέσει και θα μας πλακώσει;