ΑΠΟΨΕΙΣ

Μακροσκοπικα

Τριακόσιες χιλιάδες νοικοκυριά έχουν ένα στεγαστικό δάνειο. Ολα μαζί χρωστούν στις τράπεζες 44,8 δισ. ευρώ ή 15,4 τρισεκατομμύρια «παλιές» δραχμές. Πάνω από 3,5 εκατομμύρια ιδιώτες, σχεδόν ολόκληρο το εργασιακό δυναμικό της χώρας, έχουν κάποιο καταναλωτικό δάνειο ή έχουν αφήσει ένα τοκοφόρο (για τις τράπεζες, βεβαίως) υπόλοιπο στον λογαριασμό της πιστωτικής τους κάρτας. Το σύνολο των δανείων «μας» ανέρχεται σε περίπου 69 δισεκατομμύρια ευρώ, κάτι περισσότερο από το ένα τρίτο του συνολικού «εθνικού» εισοδήματος που θα δημιουργήσουμε σε ένα χρόνο. Ο κίνδυνος δεν είναι μεγάλος, σε αντίθεση με τα όσα συνήθως λέγονται! Υπό δύο, βεβαίως, προϋποθέσεις: πρώτη, εσωτερική, το εισόδημα θα συνεχίσει να αυξάνεται, τα νοικοκυριά θα γίνουν σοφότερα και η κατανάλωση δεν θα τρέχει γρηγορότερα από την παραγωγικότητα της οικονομίας. Δεύτερη, διεθνής, η εξισορρόπηση προς την οποία περιμένουμε να πορευτεί η διεθνής οικονομία, θα γίνει σταδιακά και χωρίς -συγκλονιστικά τουλάχιστον- επεισόδια κατάρρευσης και συγκρούσεων. Δυστυχώς, αυτήν τη στιγμή, ούτε η πρώτη ούτε η δεύτερη είναι κατοχυρωμένες.

Για να συμβεί το τελευταίο χρειάζεται να συμβούν, προηγουμένως, πολλά. Το πρώτο αφορά την ομαλή προσγείωση των Ηνωμένων Πολιτειών. Μικρότερο εξωτερικό έλλειμμα, περιορισμός των κρατικών ελλειμμάτων, μικρότερη κατανάλωση δανείων, αύξηση της αποταμίευσης. Και όλα τούτα χωρίς να περιοριστεί η εξαιρετικά επιτυχυμένη, για πολλά χρόνια τώρα, βελτίωση της παραγωγικότητας που επιδεικνύει η αμερικανική οικονομία. Η εξεύρεση μιας νέας ισορροπίας, περισσότερο βιώσιμης, όπως όλοι οι αναλυτές σημειώνουν, απαιτεί και, ταυτοχρόνως, θα επιτρέψει μια ομαλή προσγείωση για το αμερικανικό δολάριο. Τρέχοντες υπολογισμοί θεωρούν ότι το δολάριο μπορεί να χάσει μέχρι και 10-15% της συγκριτικής αξίας του, στη διάρκεια των δύο προσεχών ετών.

Ούτε όμως αυτά αρκούν: η αμερικανική φούσκα των ακινήτων πρέπει να ξεφουσκώσει χωρίς να καταρρεύσει η φερεγγυότητα των υπερχρεωμένων – πραγματικά- αμερικανικών νοικοκυριών. Καθόλου εύκολο, αφού ένα σημαντικό μέρος του πλούτου στηρίζεται στη διαρκή επέκταση της κατανάλωσης των δανεισμένων νοικοκυριών, η οποία, με τη σειρά της, υπάρχει επειδή μεγαλώνει η εμπορική αξία της υποθήκης – δηλαδή οι τρέχουσες τιμές των ακινήτων. Το ίδιο περίπου συμβαίνει και με τα δικά μας πράγματα. Ενα πολύ μεγάλο μέρος των στεγαστικών δανείων -ίσως να ξεπερνάει ήδη το ένα τρίτο- δεν αφορά την απευθείας απόκτηση ακίνητης περιουσίας. Το ακίνητο χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση εξοπλισμού, δηλαδή άμεσης ή μεσοπρόθεσμης κατανάλωσης. Εχοντας «αντιμετωπίσει», με τον τρόπο αυτό, τις βαρύτερες και ακριβότερες καταναλωτικές τους απαιτήσεις, τα νοικοκυριά διατηρούν το επίπεδο της τρέχουσας κατανάλωσής τους. Με αποτέλεσμα και ο πληθωρισμός να υποστηρίζεται, ιδιαίτερα στον τομέα των υπηρεσιών, αλλά και να αυξάνεται ο κίνδυνος αδυναμίας ομαλής αποπληρωμής.

Ο «κίνδυνος» πληθωρισμού, για τον οποίο σημειώναμε σε προηγούμενο σημείωμά μας ότι μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να μετατραπεί σε οδηγό για την εξισορρόπηση της διεθνούς οικονομίας δεν ισχύει με τον ίδιο τρόπο για τη χώρα μας. Θα χρειαστεί μια ακόμη δυνατότερη ανάπτυξη και, κυρίως, μια περισσότερο ποιοτική ανάπτυξη. Η έκπληξη που προκάλεσε η ανακοίνωση την εβδομάδα αυτή ότι ο ρυθμός ανάπτυξης στο πρώτο τέταρτο του έτους έφτασε στο 4% θα πρέπει όχι μόνο να επιβεβαιωθεί στο επόμενο χρονικό διάστημα, αλλά και να μη συνοδευτεί από μια έξαρση του πληθωρισμού. Αυτό που μετράει είναι ο συνδυασμός των εξελίξεων και μια σημαντική αποτύπωση μπορούμε να έχουμε αν παρατηρήσουμε ότι η χώρα μας είναι, συστηματικά τα τελευταία χρόνια, καθαρός δανειζόμενος από την ευρωπαϊκή αγορά χρήματος. Το χειρότερο είναι ότι ενώ στην περίοδο 1996-2000 η καθαρή μας θέση χειροτέρευε σε ποσοστό 2,6% του ΑΕΠ, μετά την είσοδό μας στην Ευρωζώνη, τα πράγματα χειροτέρευσαν: κατά μέσο όρο χρειάζεται να δανειστούμε κοντά στο 8% το ΑΕΠ μας για να κλείσουμε την τρύπα που αφήνει η υπερβολική, σε σύγκριση με την παραγωγή μας, κατανάλωση.

Είναι καιρός να κατανοήσουμε ότι αυτό που τελικώς μετράει στην ενιαία αγορά του ευρώ δεν είναι το άμεσο εμπόριο εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Εύκολα μπορούμε να δανειστούμε σε ευρώ και αυτό ακριβώς κάνουν οι τράπεζες, αυτό συμβαίνει με την απόκτηση μετοχών από ξένους επενδυτές και την τοποθέτηση στα ελληνικά ομόλογα. Ο «εθνικός» υπερδανεισμός, αποτέλεσμα των κρατικών ελλειμμάτων, της χαμηλής αναταγωνιστικότητας και της ιδιωτικής υπερκατανάλωσης είναι χειρότερος από τον ιδιωτικό: αφαιρεί θέσεις εργασίας και υποθηκεύει το μέλλον μας.